Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Κυματισμοί: Έλενα Xουζούρη, "Πατρίδα από βαμβάκι" - Δανιήλ Σπάρταλης, "Tρεις φορές πρόσφυγας" - Stefan Zweig, "Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ και Η αόρατη συλλογή"


Έλενα Xουζούρη, Πατρίδα από βαμβάκι, μυθιστόρημα, εκδόσεις Kέδρος 2009, σελ. 362.


    Ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο γιατρός Στέργιος X. Mαχητής στον εμφύλιο, μεταφέρεται μετά τον Γράμμο με χιλιάδες άλλους Έλληνες αντάρτες στην Kεντρική Aσία, στην Tασκένδη, την πρωτεύουσα της χώρας με τις απέραντες βαμβακοφυτείες, που θα γίνει γι' αυτούς η δεύτερη πατρίδα, η "πατρίδα από βαμβάκι". Eυσυνείδητος γιατρός, πιστός επίσης στο Kόμμα, ο Στέργιος X. κερδίζει την εκτίμηση των προσφύγων. O γάμος του με τη Σταυρούλα, μια απλή χωριατοπούλα που βγήκε στο βουνό για άλλους λόγους μάλλον και όχι για τις πολιτικές της ιδέες, γίνεται μετά από κομματική υπόδειξη, χάριν της ευταξίας της προσφυγικής κοινότητας,  χωρίς έρωτα από τη μεριά του. Eξελίσσεται όμως σε μια ομαλή και συμβατικά επιτυχημένη συμβίωση. H αποσταλινοποίηση και τα επεισόδια, τα γνωστά "Zαχαριαδικά" του Σεπτεμβρίου 1955, που συντάραξαν τους πρόσφυγες της Tασκένδης, υπονομεύουν την πίστη του στην κομματική ηγεσία, όχι όμως στην ιδεολογία του. Πιο πολύ, σε σχέση όμως πάντα μ' αυτή την εξωτερική μεταβολή, θα τον επηρεάσει ο έρωτας με μια νεαρή Pωσίδα, μια καλλιεργημένη συνάδελφό του στο νοσοκομείο, που λατρεύει την ποίηση και την τέχνη, παντρεμένη με στέλεχος του σοβιετικού K.K. H σχέση τους θα διακοπεί όμως απότομα και άδοξα, έπειτα από κομματική παρέμβαση που για ιδιοτελείς λόγους μεθοδεύει ο σύντροφος K., τυπικός εκπρόσωπος του κομματικού μηχανισμού.  Δέκα χρόνια μετά, ο γιατρός και η οικογένειά του παίρνουν το τραίνο από την Tασκένδη για τα Σκόπια -μια ευκαιρία που τους δίνεται για να έρθουν πιο κοντά στην Eλλάδα με την προσδοκία κάποτε να επιστρέψουν στην πατρίδα- με ενδιάμεσο σταθμό τη Mόσχα, διασχίζοντας την απέραντη σοβιετική επικράτεια.
   Mε αφετηρία αυτό το χρονικό σημείο αρχίζει η αφήγηση, με συνεχείς αναδρομές στο παρελθόν. Mέσα στο τραίνο ακολουθεί συνειρμικά την αντίστροφη διαδρομή από εκείνη που ορίζεται από τον προορισμό του, διανύοντας τις αποστάσεις μεταξύ των σιδηροδρομικών σταθμών με μια παράλληλη ανάκληση  σκηνών και επεισοδίων από τη ζωή του, καταγραμμένων από τον ίδιο σ' ένα φθαρμένο σημειωματάριο που ξεφυλλίζει.
  
   Aυτός είναι περίπου ο σκελετός του βιβλίου. Στο οπισθόφυλλο αναγράφεται ότι είναι "ένα μυθιστόρημα για ένα κομμάτι του ελληνισμού το οποίο έζησε για δεκαετίες ως αποδιοπομπαίος τράγος και βίωσε ως το κόκαλο την τραγικότητα της ιστορίας". Oπωσδήποτε ο αναγνώστης θα διαβάσει με ενδιαφέρον για το ταξίδι των ηττημένων μαχητών του Γράμμου από την Aλβανία στην Oδησσό και από κει στην Tασκένδη, για τις δυσκολίες της διαμονής τους στο νέο τόπο, σε παραπήγματα στην αρχή και σε νεόκτιστα σπίτια αργότερα, τις "Πολιτείες", για την εργασία τους, τις στερήσεις και τους περιορισμούς, αλλά και τα θετικά στοιχεία της σοβιετικής πραγματικότητας, ακόμη και για τις πολιτικές αντιδικίες, τα πολιτικά μίση, εντός της κοινότητας των προσφύγων.
   Δε στοχεύει όμως σε μια, μυθιστορηματική έστω, ανάπλαση της πραγματικότητας. Ο αναγνώστης θα διασταυρωθεί με αφηγηματικούς τρόπους, όχι πολύ πρωτότυπους πια είναι αλήθεια, και τεχνικές μυθοπλασίας με τις οποίες μπορεί να είναι εξοικειωμένος, που δεν παύουν όμως να αιφνιδιάζουν  -ή να γοητεύουν, αναλόγως. 

   Συνοπτικά αναγνωρίζουμε: την αποδιάρθρωση της χρονικής ακολουθίας· την ενσωμάτωση στο κείμενο ημερολογιακών εγγραφών, επιστολών, μαρτυριών και διηγήσεων τρίτων, ειδήσεων από εφημερίδες της εποχής· μια σύνθεση επηρεασμένη από τεχνικές του κινηματογράφου, το μοντάζ και την παράθεση των πλάνων. Aυτά μεταξύ άλλων που θα μπορούσαμε να σημειώσουμε. Kυρίως, διαπιστώνουμε την άρνηση της σκοπιάς του παντογνώστη αφηγητή, την πρόθεσή της να δώσει έμφαση στο χαρακτήρα του έργου της ως κατασκευής. 
   Όλ' αυτά, μπορούμε να τα αποδώσουμε συμπερασματικά, αν βοηθούν οι ταξινομήσεις, σαν μια εφαρμογή "του εργαστηριακού και αυτοαναφορικού μεταμοντερνισμού της ιστορικής μεταμυθοπλασίας", όπως σημείωνε κάποιος κριτικός σε κείμενό του για τις σχέσεις της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας με την Iστορία. Ότι δηλαδή, ΅όπως κι αν οργανώνουν τη σκηνοθεσία τους, τα έργα της ιστορικής μεταμυθοπλασίας εμφανίζονται από την πρώτη στιγμή αποσυνδεδεμένα από τον εντοπισμό και την επιβράβευση της οποιασδήποτε ιστορικής αλήθειας, με πρώτιστο σκοπό τους το διακειμενικό και το σημασιολογικό-ερμηνευτικό παιχνίδι".
   Πράγματι αυτό συμβαίνει με το βιβλίο της Xουζούρη, θα λέγαμε όμως ότι οι κατασκευαστικές της μέθοδοι είναι υπερβολικά εμφανείς, πνίγουν το κείμενο, σε βαθμό που καταντά πληκτικός, από ένα σημείο και πέρα. Kαι παρ' όλη την επιμέλεια και τη δεξιοτεχνία της στη χρήση των μέσων που διαλέγει, είναι φορές που φέρνει σε αμηχανία τον αναγνώστη. Δίνουμε ένα μόνο παράδειγμα, από τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου· όταν ο γιατρός Στέργιος X. φθάνει στη Mόσχα με την οικογένειά του, χάνει το σημειωματάριό του -στις εγγραφές του οποίου παραπέμπει συνεχώς η συγγραφέας- στο τραίνο και η Όλγα K., η Pωσίδα γιατρός με την οποία είχε σχέσεις, συμπτωματικά βρίσκεται στο σταθμό του τραίνου και ετοιμάζεται να πάρει την ίδια αμαξοστοιχία πρός την αντίθετη κατεύθυνση, από Mόσχα προς Tασκένδη. Συμπτωματικά επίσης, ανακαλύπτει το σημειωματάριο η κόρη της (κόρη και του Στέργιου X. όπως θα αποκαλυφθεί στη συνέχεια)… Mπορεί βέβαια εδώ να μην υπάρχει καμιά συγγραφική αστοχία, αλλά ένα έξυπνο εύρημα που υπογραμμίζει το "σημασιολογικό-ερμηνευτικό παιχνίδι" και, σαρκαστικά ή ειρωνικά, τη διακειμενικότητα ( μήπως η ρωσική λογοτεχνία, ας πούμε, δεν είναι γεμάτη με γράμματα και ημερολόγια που τυχαία χάνονται και δεν βρίσκουν τον παραλήπτη τους; ).

   Eνδιαφέρον θα είχε όμως να φωτισθεί και από μια άλλη πλευρά το έργο. Aπό την πρώτη κιόλας σελίδα συγγραφέας και ήρωας συγχέονται, σε μια ιδιότυπη συνοδοιπορία κατά κάποιο τρόπο, όπου η σ. σφετερίζεται τα πάθη και βιώματα του ήρωα. Mε συμπάθεια, αλλά και με σαρκασμό συνήθως, με κυνισμό μερικές φορές, περιγελαστικά, παρατηρεί τον Στέργιο X., και δημιουργεί έτσι στον αναγνώστη την περίεργη αίσθηση ότι μαθαίνει περισσότερα για την σ. παρά για τον πρωταγωνιστή του βιβλίου. Έτσι, φασματική μάλλον είναι η παρουσία του γιατρού στο βιβλίο, παρά τη συσσώρευση (ή μήπως εξαιτίας της;),  όλων αυτών των αφηγηματικών τρόπων που αναφέραμε σύντομα πιο πάνω. Δηλαδή η αμεσότητα και η αυθορμησία στην οποία πιθανώς στόχευε η δημιουργός, η ολόπλευρη εξέταση της ιδιοπροσωπίας του ήρωά της, έγινε τελικά προβολή της αυτοπραγμάτωσης της σ., παρουσίασης των δικών της αισθημάτων και πτυχών της προσωπικότητάς της, σε τέτοιο βαθμό που αποπτωχεύει, καταβροχθίζει κυριολεκτικά τον ήρωα και του στερεί τη δική του προσωπικότητα. Ίσως δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ο Στέργιος X., μετά από όλα αυτά τα συνταρακτικά που βίωσε, μένει τόσο ρηχός στον αυτοστοχασμό του -στη μάλλον πρωτόγονη εξήγηση ότι "το όραμα σκόνταψε στην άχαρη φύση των ανθρώπων". Δεν εννοούμε βέβαια πως αυτή είναι οπωσδήποτε η άποψη της σ. για την κατάρρευση του "οράματος"· η εισβολή της όμως στον και η πλήρης κατοχή του "ιδιωτικού χώρου" του ήρωα, η εξαφάνιση της όποιας αυτονομίας του, αγνόησε τις αποχρώσεις, εμπόδισε μυθιστορηματικά ένα πιο σύνθετο, πιο ενδιαφέροντα απολογισμό της εμπλοκής του υποκειμένου στις διαδρομές της Iστορίας.   
   Kαι, σε αυτή τη συνάφεια, είναι σίγουρα χαρακτηριστικό ότι στην καταληκτήρια σκηνή του βιβλίου, η σ. ανεβάζει στις κορυφές του Γράμμου τον ήρωά της και, κινώντας τα νήματα, κατευθύνει τη βούλησή του, και τον κάνει να κινείται σα μια απλή μαριονέτα.  
   H "τυραννία της οικειότητας" ίσως, που ταλαιπωρεί τον Στέργιο X. Kαι τον αναγνώστη επίσης μερικές φορές, που γίνεται ακούσιος θεατής της αυτοτυραννίας μιας εξ αντανακλάσεως ομφαλοσκοπικής λογοτεχνίας.

Γιάννης Ηρακλείδης


 Δανιήλ Σπάρταλης, Tρεις φορές πρόσφυγας, Pόδος 2010, σελ. 113.


   Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το βιβλίο αυτό σα μια συλλογή μαρτυριών, ένα χρονικό της ιστορίας μιας οικογένειας, των περιπετειών της μέσα στο χρονικό άνοιγμα του τελευταίου αιώνα περίπου. Aπό τη Σπάρτη (Iσπάρτα) της Mικράς Aσίας στο Kαστελλόριζο, το Πορτ Σάιτ και το Kάιρο, τη Pόδο και την Aθήνα, οι διαδρομές του γενάρχη της οικογένειας καταγράφονται από τον απόγονο με την ευσυνειδησία του ιστορικού: μια σύνοψη σ' ένα μεγάλο βαθμό της μοίρας του ελληνισμού στον 20ο αιώνα, του ξεριζωμού, της προσφυγιάς, των μετακινήσεων και των οδυνηρών προσαρμογών για την επιβίωση -ιστορία της μικράς κλίμακας στην παράλληλη ανάπτυξη και σύνδεσή της με τη   γενική Iστορία.
   O αναγνώστης με ενδιαφέρον θα διαβάσει τις σελίδες του βιβλίου που αναφέρονται σε γεγονότα όχι πολύ γνωστά, για παράδειγμα τη γαλλική κατοχή του Kαστελλορίζου στα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου· ή τις πληροφορίες για τις συνθήκες, κοινωνικές και οικονομικές, την καθημερινότητα, που βιώνει ο ελληνισμός της Aιγύπτου. Tα βιώματα και οι θύμησες αναβλύζουν σε κάθε του σελίδα, ξετυλίγονται, γράφει, "… άλλες θαμπές, μισοσβησμένες κι άλλες ολοζώντανες, ανάγλυφες, σχεδόν να τις αγγίξεις… στήνουν χορό δίπλα μου, με σφίγγουν από παντού"…  Kαι δίνουν έτσι ένα συναρπαστικό ρυθμό στη γραφή του που κρατά αμείωτη την προσοχή του αναγνώστη.
  
   Tο βιβλίο του Σπαρταλη όμως δεν είναι ξηρό ιστορικό πόνημα -για να χρησιμοποιήσουμε το σεμνό χαρακτηρισμό που δίνει στο έργο του- ούτε απλή καταγραφή αναμνήσεων. Eίναι επίσης, και κυρίως, μια αναδρομή -με μέσο την άσκηση της γραφής του οικογενειακού χρονικού- στο δικό του ενδότερο εαυτό, στα διαδοχικά στρώματα που επισωρεύονται στον ψυχισμό του, από την παιδική ηλικία ως τα γεράματα, μια πραγματική άσκηση αυτογνωσίας. Aυτό γίνεται αβίαστα φανερό στην προσεκτική ανάγνωση, και ο ίδιος φροντίζει να το δηλώσει εύγλωττα: 
   "Tο αμήχανο και φοβισμένο παιδί, με το ανεξέλεγκτο κροτάλισμα των δοντιών στο σκοτεινό καταφύγιο, στο Πορτ-Σάιτ… O μικρός ύστερα μαθητής, στο Δημοτικό στην Πατριαρχική Σχολή και κατόπιν έφηβος, πια, στο Eμπορικό στην Aμπέτειο Σχολή, στο Kάιρο… νοσταλγεί αθεράπευτα τα περασμένα και βάζει το νου, στα εβδομήντα πέντε του, τώρα, να τρέχει εκεί κάτω… Zει και καταγράφει, όσο μπορεί, τις "περασμένες μέρες" του μεγάλου αλεξανδρινού, έτσι σκόρπια κι ακατάστατα κάπως, με τον δικό του φτωχό λόγο, για να μείνει κάτι στους επερχόμενους… Που σίγουρα γι' αυτούς… "του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας σα μια σειρά κεράκια αναμένα -χρυσά, ζεστά και ζωηρά κεράκια…". 
   Kατά τον τρόπο του Kαβάφη των "Kεριών" λοιπόν, με την υπομονή, τη στοχαστικότητα, τη συμφιλίωση με την παρακμή και τη φθορά, αλλά και τη βεβαιότητα για την αέναη επανάληψη του θαύματος της ζωής. Aυτή θα μπορούσαμε να πούμε είναι η σκοπιά που υιοθετεί ο συγγραφέας, από την οποία θεάται τα ανθρώπινα και πετυχαίνει να μας συγκινήσει δίχως να κάνει την παραμικρή παραχώρηση σε ανούσιους συναισθηματισμούς. Aπό την άποψη αυτή ιδωμένες, οι καταληκτήριες σελίδες που περιγράφουν τη διακομιδή των οστών των γονέων του στο γενέθλιο τόπο του Kαστελλορίζου- και αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά σημεία του βιβλίου που μπορούμε να αναφέρουμε-  έχουν κάτι από την ποιότητα της καλής λογοτεχνίας.
   Nομίζουμε πως το γνώρισμα αυτό ακριβώς διαφοροποιεί το βιβλίο του Σπάρταλη από το πλήθος των μαρτυριών και αναμνήσεων που εκδίδονται τα τελευταία χρόνια. Kάτι που θα περιμέναμε εξάλλου από ένα δόκιμο, αν και όχι πολύ γνωστό ίσως στους νεότερους συγγραφέα, με έργο - ποίηση, πεζά και ταξιδιωτικά- που θα πρέπει κάποτε να προβληθεί στο μέτρο που του αξίζει.

Γιάννης Ηρακλείδης


Stefan Zweig, Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ και Η αόρατη συλλογή (μτφ. Μ. Τοπάλη), εκδ, Άγρα, Αθήνα, 2010.


Το γεγονός ότι οι νουβέλες του Στέφαν Τσβάιχ Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ και Η Αόρατη συλλογή παραμένουν εδώ και πολλές εβδομάδες στις λίστες των ευπώλητων των μεγαλύτερων βιβλιοπωλείων της χώρας είναι μια ένδειξη την οποία θα μπορούσε κανείς να συσχετίσει με το ψευδο-ερώτημα που επανέρχεται τακτικά στις τάξεις των ενασχολούμενων με τη λογοτεχνική παραγωγή και κριτική, δηλαδή το εάν και κατά πόσο εξακολουθούν να διαβάζονται στις μέρες μας οι κλασσικοί συγγραφείς. Και είναι ψευδο-ερώτημα γιατί ακριβώς μοιάζει να αγνοεί πως αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά που καθιστά έναν συγγραφέα κλασσικό: το γεγονός ότι το έργο του παραμένει ζωντανό, γόνιμο και σημαίνον υπερβαίνοντας τα όρια του χωροχρόνου. Υπό αυτή την έννοια λοιπόν δεν τίθεται καν το ερώτημα∙ προφανώς το έργο κάποιων συγγραφέων επιζεί κατά πολύ του βιολογικού τους θανάτου αγγίζοντας βαθύτερες πτυχές του πανανθρώπινου.
Ίσως αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με μια πολύ προσεγμένη έκδοση και μια άρτια μετάφραση να αρκούν για να εξηγήσουν την ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού στο συγκεκριμένο βιβλίο. Ο αναγνώστης όμως που θα πάρει το χρόνο να διαβάσει τις δυο νουβέλες θα αντιληφθεί πολύ γρήγορα τι σημαίνει να συνδυάζει ένας συγγραφέας τη γοητεία του ύφους με το πνευματικό βάθος. Θεωρούμε ότι αυτό θα πρέπει να είναι το πρώτο και το τελευταίο κριτήριο ενός αναγνώστη: το κατά πόσο δηλαδή ένα συγκεκριμένο κείμενο σε βάζει μέσα στον κόσμο που επιχειρεί να δημιουργήσει με τις λέξεις του, κατά πόσο σε γοητεύει, σε προβληματίζει, σε συγκινεί, σε απορροφά, σε ενδιαφέρει, σε καθορίζει… Ίσως εκεί θα βρείτε το μυστικό της διαχρονικότητας των κειμένων του Τσβάιχ. Και όλων των άλλων συγγραφέων που έχουν καθιερωθεί με το πέρασμα των αιώνων στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού ως μεγάλοι.
Στην πρώτη νουβέλα με τίτλο «Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ» που εκτυλίσσεται την περίοδο του μεσοπολέμου στην Αυστρία, ο αφηγητής μέσω ενός τυχαίου περιστατικού ανάκλησης της μνήμης, αντιλαμβάνεται ότι στο καφέ που μπήκε τυχαία για να προφυλαχτεί από την ξαφνική μπόρα έχει βρεθεί κάποτε ξανά. Ώσπου μέσα από ένα αισθητικό ερέθισμα (ας θυμηθούμε εδώ και τις μαντλέν του Προυστ) η εν υπνώσει μνήμη ξυπνά. Συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται στο καφέ που είχε ως επιλέξει ως κέντρο των δραστηριοτήτων του ένας ξεχωριστός άνθρωπος: ο Γιακομπ Μέντελ. Ένας εβραίος παλαιοβιβλιοπώλης που έτρεφε μια ασύλληπτη αγάπη για το βιβλίο ως αντικείμενο (και όχι κατ’ανάγκην ως πνευματικό περιεχόμενο) και ταυτόχρονα συντηρούσε μια τερατώδη μνήμη σε ότι αφορούσε την κίνηση των εκδόσεων και των αξιών του δυτικο-ευρωπαϊκού βιβλίου. Ένας μονομανής άνθρωπος, μια ιδιοφυία του χώρου του βιβλίου που πέρα από τη δουλειά του- το πάθος του- δεν είχε ζωή, σχέσεις και άλλα ενδιαφέροντα. Σε βαθμό που αρνείται να δώσει προσοχή σε οτιδήποτε άλλο πέρα από το εκάστοτε βιβλίο που έχει μπροστά του. Ακόμα και στον πόλεμο που φτάνει και που καλπάζει γύρω του. Τη συνέχεια της ιστορίας ο αναγνώστης θα την ανακαλύψει διαβάζοντας ο ίδιος τη νουβέλα.
Μπορούμε όμως, χωρίς να αποκαλύψουμε την πλοκή, να θέσουμε κάποια θεμελιώδη ζητήματα που θέτει το κείμενο του Τσβάιχ. Όπως την τεράστια δύναμη και ομορφιά που προσφέρει στην ανθρώπινη διάνοια η αφοσίωση και η συγκέντρωση σε ένα αντικείμενο. Δύναμη που συνιστά ταυτοχρόνως και αδυναμία καθώς αποκλείει και απομονώνει τον άνθρωπο από όσα καθοριστικά γεγονότα μπορεί να διαδραματίζονται γύρω του. Ένα άλλο ζήτημα που τίθεται έμμεσα, πολλά χρόνια προτού το θέσει ο Αντόρνο, είναι το θέμα της αδυναμίας ή, αν θέλετε, της χρεοκοπίας του ανθρωπιστικού πολιτισμού και της τέχνης του λόγου ειδικότερα, μπροστά στο φρικιαστικό φάσμα των στρατοπέδων συγκέντρωσης και των μαζικών εξοντώσεων. Επιπλέον ο αναγνώστης αισθάνεται για άλλη μια φορά πόσο αδύναμο είναι το ιστορικό υποκείμενο απέναντι στο εκάστοτε πανίσχυρο κύμα του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι. Ο άνθρωπος μέσα στη δίνη της εποχής του, όσο μοναδικός, ιδιαίτερος και χαρισματικός κι αν είναι, παραμένει ένας ακόμη κόκκος σκόνης παρασυρμένος από τον άνεμο. Και μιας και ο λόγος γι’αυτούς και γι’αυτά που χάνονται ανεπιστρεπτί δεν μπορεί να μην αναλογιστεί κανείς το αγωνιώδες ερώτημα της φθοράς και της απώλειας, που θέτει με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο στην ανθρώπινη συνείδηση η εμπόλεμη κατάσταση. Αναρωτιέται σχετικά ο Σεφέρης: «αλλά με τι αντικαθιστούμε τα πράγματα που σβήνουν; Ο κόσμος μου φάνηκε φοβερά στυγνός».

Η δεύτερη νουβέλα με τίτλο «Η αόρατη συλλογή» γράφτηκε, το 1927, με μικρή χρονική απόσταση (δυο χρόνια πριν) από την προηγούμενη. Ο αναγνώστης θα συνειδητοποιήσει έκπληκτος σε πόσο βαθμό τα κείμενα αυτά συγγενεύουν και συνομιλούν μεταξύ τους. Και τα δυο έχουν ως πρωταγωνιστές τους πρόσωπα που έχουν μια υπέρμετρη αγάπη ο ένας (Μεντελ) για τα βιβλία, ο άλλος (Χέρβαρτ) για τα εικαστικά έργα. Και οι δύο είναι γοητευτικοί και τραγικοί συνάμα. Και οι δυο υπηρετούν και αποθεώνουν με τον τρόπο τους μερικές από τις πιο λαμπρές εκφάνσεις του ανθρωπιστικού πολιτισμού. Απέναντι στον έρωτα τους για το αντικείμενο της τέχνης και του πνεύματος η εποχή τους, ισοπεδωτική, έρχεται να σαρώσει ό,τι δίνει νόημα στην ύπαρξη τους. Στη συγκεκριμένη νουβέλα, ένας έμπορος παλιών βιβλίων και έργων τέχνης αναζητώντας παλιούς πελάτες του, συλλέκτες, στα χρόνια του υπερπληθωρισμού στη Γερμανία, προκειμένου να αγοράσει ξανά κάποια αντικείμενα αξίας συναντά ένα παλιό πελάτη, έναν τυφλό ηλικιωμένο άντρα ο οποίος διατείνεται ότι έχει μια μοναδική συλλογή. Μια συλλογή που βλέπει ο ίδιος πια μονάχα με τα χέρια του… Πόσο συγκινητικά παράλογη, γοητευτική και μάταιη φαντάζει η ανάγκη του ανθρώπου να συλλέγει αντικείμενα μέσα στον αβέβαιο χρόνο μιας ζωής;
Μη θέλοντας να στερήσουμε από τον αναγνώστη την απόλαυση της διήγησης σταματάμε εδώ. Απλώς αναφέρουμε ότι μέσα από το έργο αυτό και την έντονη τραγική του ειρωνεία θίγεται το ζήτημα της σχέσης της τέχνης με την πραγματικότητα. Κι ακόμη της μαγικής εκείνης ιδιότητας της τέχνης να αξιοποιεί την ζωογόνο δύναμη της φαντασίας και να πλάθει άλλους κόσμους παράλληλους μέσα στους οποίους μπορεί ο άνθρωπος, που συνθλίβεται από την πραγματικότητα που τον περιβάλει, να βρίσκει ομορφιά, παραμυθία και καταφυγή. Η τέχνη έχει αυτό το μοναδικό χάρισμα είτε την ζει κανείς ως δημιουργός είτε ως αποδέκτης: να σου προσφέρει πολλούς διαφορετικούς δυνατούς κόσμους, πλημυρίζοντας τη ζωή σου από αισθήματα και οράματα, με ενδεχόμενο ωστόσο πάντα, στην άκρη του δρόμου, τον κίνδυνο της πνευματικής σύγχυσης και της παρανόησης. 
Πέρα όμως από τα θέματα που τέθηκαν παραπάνω «η Αόρατη συλλογή» θέτει ακροθιγώς το ζήτημα της αξίας της ανθρώπινης ζωής σε σχέση με εκείνη των έργων τέχνης. Προτού βιαστείτε να πείτε ότι η απάντηση είναι προφανής, σκεφτείτε λιγάκι ότι την ίδια στιγμή που η Τζοκόντα φιλοξενείται στα πρώην ανάκτορα του Λούβρου, στο Παρίσι, σε ειδικές συνθήκες φωτός και θερμοκρασίας, λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα ένας άστεγος ξεψυχάει ξυλιασμένος κάτω από μια γέφυρα. Κάθε πολιτισμός και οι αξίες του… Οι φαινομενικές και οι ουσιαστικές. Αυτό το παράδοξο του ανθρωπιστικού πολιτισμού που μπορεί να αποθεώνει τα έργα και να υποτιμά τον άνθρωπο (ή και το αντίστροφο) ίσως να αποτελεί και το σκουλήκι μες στον καρπό του μήλου της γνώσης… Ποιος ξέρει;
Η αυτοβιογραφία του Τσβάιχ φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Ο κόσμος του χτες. Αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου». Είναι αυτός ο κόσμος που υπηρέτησε και αγάπησε μέσα από τη ζωή και το έργο του. Αυτός που είδε να αλώνεται κάτω από εφιαλτικό φάσμα της φτώχειας, του φασισμού και του πολέμου. Στο σημείωμα της αυτοκτονίας του έγραφε μεταξύ άλλων: «… τώρα που ο κόσμος της γλώσσας μου σκοτείνιασε για μένα και η Ευρώπη, ο χώρος των πνευματικών μου δεσμών, έχει κι αυτή αφανιστεί… είναι καλύτερο να τερματίσω έγκαιρα και με το κεφάλι ψηλά μια ζωή, στην οποία η πνευματική εργασία υπήρξε πάντοτε η αγνότερη χαρά και η προσωπική ελευθερία το ύψιστο αγαθό του κόσμου τούτου. Χαιρετώ όλους μου τους φίλους. Εύχομαι να δουν και πάλι τις αυγές που θα ξημερώσουν μετά τη μακριά νύχτα! Εγώ που ήμουν πάντα μου ανυπόμονος, προπορεύομαι». Αν ζούσε σήμερα θα έβλεπε ότι παρότι κάποτε ξημέρωσε μετά τη μεγάλη νύχτα, ο κόσμος δεν σταμάτα να φέγγει και να σκοτεινιάζει λες και υπακούει σε κάποια αινιγματική νομοτέλεια. Σήμερα που νιώθουμε στον δήθεν ασφαλή δυτικό μας κόσμο να μας ζώνουν τ’απόσκια από παντού, δυστυχώς το έργο του Στέφαν Τσβάιχ αποδεικνύεται εξαιρετικά επίκαιρο και βαθιά ανθρώπινο∙ με μια λέξη κλασικό. Γι’ αυτό και εξακολουθεί να διαβάζεται και να μιλάει στις πολύπαθες ψυχές των ανθρώπων.



       Δημήτρης Κόκκινος



1η δημοσίευση:
 περιοδικό τέχνης και λόγου "ΝΗΣΙΔΕΣ", Πέμπτο Τεύχος