Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

"Ποιητές της πόλης μας": εκδήλωση στις 31/3


"Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές 
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη 
να τους βλέπουμε που και που 
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι 
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί - ξεχασμένοι έστω- 
εκεί έρχεται το μαντάτο τους".
Γιάννης Βαρβέρης


Την Παρασκευή 31 Μαρτίου στις 8.00 μ.μ. θα γίνει στο βιβλιοπωλείο Δέντρο εκδήλωση με θέμα “Ποιητές της πόλης μας”.

Συμμετέχουν οι Εριφύλη Κανίνια, Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ, Πάνος Δρακόπουλος και Φραγκίσκος Καλαβάσης.

Οργανωτικός φορέας είναι το περιοδικό «Νησίδες».

Στόχος της εκδήλωσης αυτής είναι να αναδείξει πλευρές της ώριμης ποιητικής δημιουργίας στην πόλη μας.

Οι ποιητές θα διαλεχθούν και θα συνομιλήσουν με το κοινό και η βραδιά θα ολοκληρωθεί με ανάγνωση ποιημάτων τους.


[Χορηγοί Επικοινωνίας: Ρ/Σ Λυχνάρι 91,4 – Rodos Events.gr]


Βιογραφικά σημειώματα

H Eριφύλη Kανίνια γεννήθηκε στην Aθήνα από γονείς Mεσολογγίτες. Zει στη Pόδο, όπου εργάζεται ως αρχαιολόγος στην Eφορεία Aρχαιοτήτων Δωδεκανήσου. Eχει εκδώσει, ιδιωτικά και εκτός εμπορίου, έξι ποιητικές συλλογές: Παραλλαγές στην Aντιγόνη (Aθήνα 1978), Aντιστροφές (Aθήνα 1983), Kλειστά Σονέτα (Pόδος 1989), Nεκρόπολη ή Aστροδύτες (Pόδος 1996), Tο ελάχιστο μαύρο (Pόδος 1999), Από τα χειρόγραφα του πλοιάρχου Νέμο και άλλα ποιήματα (Ρόδος 2010· με ζωγραφιές της ίδιας). Από το 1987 ασχολείται με την αρχαιολογική ζωγραφική (σχέδια αγγείων, αποτυπώσεις τοιχογραφιών κτλ.) καθώς και με την εικαστική δημιουργία με χρήση Η/Υ. Τελευταίο ποιητικό της έργο τιτλοφορείται «Ατελιέ και άλλα ποιήματα» (εκδ. Κίχλη, 2016).

Ο Σουλεϊμάν Αλάγιαλη - Τσιαλίκ γεννήθηκε στη Ρόδο, όπου τελείωσε το Βενετόκλειο Λύκειο και τη Σχολή Στελεχών Επιχειρήσεων. Ασκεί το επάγγελμα του χρυσοχόου στη μεσαιωνική πόλη της Ρόδου. Είναι μέλος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου και μέλος του Δ.Σ. του Διεθνούς Κέντρου Λογοτεχνών και Μεταφραστών Ρόδου. 
Έχει εκδώσει πέντε ποιητές συλλογές. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί στην ανθολογία "Λύρα ελληνική" του Βασίλη Βασιλικού ("Πλειάς", 1993) καθώς και στην "Poesie grecque contemporaime: De iles et des muses| ("Autres Temps", Marseilles 2000). Τιμήθηκε με το Β΄ βραβείο ποίησης "Ιπεκτσί" 1992-1993.

Ο Πάνος Δρακόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά, τον Αύγουστο του 1975. Τα πεδία των σπουδών του είναι: παιδεία, φιλοσοφία, μουσική. Διδάσκει σε σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού τέχνης και λόγου «Νησίδες» και ιδρυτής του Εργαστηρίου δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής «Το Κοχύλι». Παράλληλα, γράφει μουσική για το θέατρο, τη video art - καθώς και κύκλους τραγουδιών και μελοποιήσεων. Το προσεχές μουσικό του βιβλίο «Ένας κομήτης μαγικός» είναι το πέμπτο έργο που δημοσιεύει. Έχουν προηγηθεί: η «Πόσιμη ζωή» (2006), η «Ελεύθερη αγορά» (2010), τα «49+1 βοτσαλα» (2012) και το «Πέρασμα: ποίημα σε 7 κινήσεις» (2015). Όλα τους – καθώς και η μετάφραση του στα ποιήματα της συλλογής «Μία Αμερικανική Προσευχή» του Τζιμ Μόρισον, έχουν δημοσιευθεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Ο Φραγκίσκος Καλαβάσης είναι Καθηγητής Διδακτικής Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αιγαίου στο Τμήμα Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού. Τα τελευταία χρόνια, το επιστημονικό του έργο έχει προσανατολιστεί στα Συστημικά Μοντέλα του Μανθάνοντος Οργανισμού με εφαρμογή στις Σχολικές Μονάδες και συνεργάζεται με το Univesite des Versailles-Saint Quentin en Yvelines ως επισκέπτης καθηγητής. Προσφάτως διετέλεσε Κοσμήτορας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Ζει στη Ρόδο. Οι "Έγχρωμες σκιές" είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή και «Η ποικιλία της επανάληψης» η τελευταία του. Και οι δύο έχουν δημοσιευθεί από τη σειρά “λάλον ύδωρ” των εκδόσεων Guttenberg.

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Κοπή πίτας του περιοδικού Νησίδες - 2017

Κολάζ από την κοπή πίτας 
του περιοδικού τέχνης και λόγου "Νησίδες" //
Παρασκευή, 3/3, στο βιβλιοπωλείο Το Δέντρο // 
Φωτογραφίζει η Αναστασία Δρελιώση-Ηρακλείδου

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΙ: Φραγκίσκος Καλαβάσης, "Η ποικιλία της επανάληψης" - Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη, "Πνοές" - Μυρτώ Βαξεβάνη, "Πρακτικά έρωτος"

Φραγκίσκος Καλαβάσης: Η ποικιλία της επανάληψης, ποίηση, Gutenberg, Αθήνα 2015, σελ. 76.


     Δεν πέρασε καιρός από τότε που οι Έγχρωμες Σκιές (Gutenberg 2011) μας άνοιξαν τον δρόμο της ανάγνωσης-περιδιάβασης στην πρώτη ποιητική συλλογή του Φραγκίσκου Καλαβάση. Μαζί περπατήσαμε στην Οδό Εκείνης, κοντοσταθήκαμε στην Αρχή της αβεβαιότητας και αναζητήσαμε Το μέτρο της απώλειας. Η περιπλάνηση μας οδήγησε στην Ποικιλία της επανάληψης με προσδοκίες νέων αναμνήσεων. 
Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή -όπως και η προηγούμενη- μπορεί να ειδωθεί ως μια κίνηση ενάντια στην παραίτηση και τον εφησυχασμό, ενάντια σε κάθε προσπάθεια υποβιβασμού των σκέψεων, των αισθημάτων, των αισθήσεων, στο επίπεδο μιας πρακτικής απλούστευσης. Όπως γράφει ο Καλαβάσης στις Έγχρωμες Σκιές: «…μπορείς να ξεφύγεις από την πόλη με τις δικές σου διαδρομές». Και για όλα αυτά που νιώθουμε και θέλουμε να πούμε, η τέχνη μοιάζει να είναι ο δρόμος. Ίσως να είναι ο μόνος δρόμος. Η πρώτη του ποιητική συλλογή ήταν η αφετηρία, η αρχή του δρόμου. Κι εμείς καλούμαστε να περπατήσουμε μαζί του, στο χώμα που περπάτησε, σε κάθε στροφή, να γνωρίσουμε τους ανθρώπους που συνάντησε, φιγούρες της ζωής που προσπερνάμε με βιασύνη, στην επανάληψη της καθημερινότητάς μας. 
Στην ποίηση του Φραγκίσκου Καλαβάση οι στίχοι μας καλούν να δούμε όσα δεν βλέπουμε. Πράγματι, ένας ποιητής αντιλαμβάνεται τους κραδασμούς και είναι ικανός να κάνει τους ανθρώπους να βλέπουν και να ακούν περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να δουν ή να ακούσουν χωρίς τη βοήθειά του. Έτσι, ο αναγνώστης περιπλανάται στους στίχους σαν σε γνωστά σοκάκια και συναντά οικείους ανθρώπους του μικρόκοσμού του, όπως αποτυπώνονται στη συγκεκριμένη ποιητική καθημερινότητα. 
Περιπλανώμενοι μπαίνουμε και στο σπιτάκι της κυρίας Ήβης:
Είναι όλες τους μοναχικά εκεί… κοιτάζοντας τη θέα των ονείρων τους...
Άλλοτε οι άνθρωποι δεν φαίνονται. Ίσως υπονοούνται. Ίσως η κλειστή πόρτα τους αντικαθιστά.
          Κανείς δεν γνώριζε τον αριθμό του σπιτιού, / μόνο την πράσινη πόρτα... / Τώρα η γειτονιά έχει αλλάξει, / Ποτέ δεν έλαβε τις ειδήσεις μας η πράσινη πόρτα, / Ποτέ δεν μάθαμε, τι απογίναμε...
            «Σημείο αναφοράς Άγνωστο» θα πει, προβάλλοντας την εικόνα του άλλου, του γείτονα που μπορεί να τον γνωρίζουμε ελάχιστα, αλλά που η ύπαρξή του συνδέεται τόσο με την ζωή μας. 
Οι ήρωες είναι οι απλοί και καθημερινοί άνθρωποι, μορφές της λύπης, της πλωτής ελπίδας, ή του βωβού πόνου. Όμως τα βουβά, άγνωστα πρόσωπα μοιάζει να κάνουν τον πιο δυνατό θόρυβο στ’ αυτιά και την καρδιά του αναγνώστη. Γιατί οι λέξεις είναι ένας δρόμος. Αλλά οι σιωπές -πολλές φορές- είναι πιο δυνατές.
           Άγνωστα πρόσωπα, / τα προσπεράσαμε γρήγορα / αποφεύγοντας το βλέμμα τους. / -Ένα κορίτσι ανάμεσά τους / δεν έκλεισε τα μάτια του ποτέ.
       Κοντοστάθηκα. Γύρισα σελίδες, πήγα πίσω και ξαναδιάβασα άλλη μια φορά την τελευταία στροφή του ποιήματος με τίτλο Παράξενο:
             Πήρε το ξένο χέρι / για να σβήσει / τα μάτια / να μην κοιτάζουν πια / προς το μέσα του.
         Για μένα δεν ήταν παράξενο. Ήταν μάλλον αληθινό. Ίσως το κορίτσι να ήταν ‘ο άλλος’, ίσως να ήμουν εγώ. Ίσως ο καθένας από εμάς μέσα του, εκεί όπου:
         Η ομίχλη / μας εμπόδιζε να δούμε / κι άνοιγε τον χώρο της φαντασίας / προς την μεριά των φόβων.
           και θα συμπληρώσει, 
          Αβρόχοις ποσί
Βρέχει παντού 
πάνω και κάτω 
στις βαθύτερες σκέψεις 
τις μύχιες.
(…)
Τριγύρω οδύνη 
μα η ζωή παραμένει 
ρηχή.
Σε κανένα δεν δίνει 
εδώ κάτω 
χαρά η βροχή.
Και οι σταγόνες της βροχής κυλούν σαν σταγόνες μνήμης. Στιγμές που θέλει να τις θυμάται κανείς, ή που θέλει να τις ξεχάσει. Στιγμές μοναχικές, στιγμές μελαγχολικές. 
Η ποίησή του μοιάζει με το τραγούδι ενός μοναχικού παρατηρητή και ταξιδιώτη της ζωής. Ίσως να μην είναι τυχαία η εμφάνιση του ερημίτη στα ποιήματά του. Η εικόνα του ερημίτη έρχεται, χάνεται, ξαναεμφανίζεται σαν κρυφός αφηγητής, σαν αόρατος συνοδοιπόρος. Η μοναχικότητα των στιγμών που περιγράφει σε πολλά ποιήματα ίσως να χαρακτηρίζει τον ίδιο. Μια μοναχικότητα όχι με την έννοια της φυγής, μιας κίνησης απομάκρυνσης, όσο μιας κίνησης προς κάτι νέο -αφύπνιση των αισθήσεων, ανάπτυξη του νου και πνευματική ανάταση.
Ο λόγος του διακατέχεται από μια πνοή αλήθειας. Κι ενώ μοιάζει με μια εξιστόρηση, δεν βουλιάζει στην πεζολογία αλλά κατορθώνει να κινείται πέρα από την τριβή. Η ποίηση του Καλαβάση είναι μια παρατήρηση, αλλά και μια εξομολόγηση με συναισθήματα που ξεχειλίζουν από πρόσωπα που δεν μιλούν:

Τα γεγονότα τρόμαξαν όλη τη χώρα
λίγοι επέζησαν
και μια γυναίκα που ήταν στη σκιά των γεγονότων.
 (…)
Μόνο η δική της σιωπή
φέρνει λίγο χρώμα από την αλήθεια (…)
γράφει στο ποίημά του με τίτλο Το χρώμα της σκιάς,  και συνεχίζει στον Φαύλο κύκλο:
            Κοντοστέκεσαι / στις εκδοχές της ιστορίας διστάζεις / διαλέγεις / πάλι στην αυταπάτη της δικαίωσης / που σε είχε οδηγήσει στην ήττα. 
          Ο δημιουργός δείχνει μια αντιπάθεια για την περιττολογία, ενώ το ασαφές ιστορικό και χρονικό πλαίσιο δίνει μια διαχρονική ισχύ στα λεγόμενά του. Αποστασιοποιεί τους υπόγειους διδακτικούς απόηχους και επιλέγει να αναδείξει την ένταση της αφήγησης  μέσα από τη λιτότητα. Ωστόσο ο στίχος δεν είναι αποστεωμένος. Την ποιητική του έκφραση στολίζουν ποικιλότροπα εκφραστικά μέσα που πολλές φορές υποδηλώνουν την λεπτή ειρωνεία των λεγομένων.
Η ανατροπή και η αντίφαση φαίνεται να είναι στοιχεία κομβικής σημασίας στην ποίηση του Φραγκίσκου Καλαβάση. 
Μήπως όμως δεν είναι κομβικά στοιχεία της ίδιας της ζωής; 
Αντιφάσεις της ζωής
Αν δεν ήταν το σούρουπο / θα ήταν τα μάτια σου. / Αν δεν ήταν η θάλασσα / θα ήταν το γέλιο σου. / Αν δεν ήταν το ποίημα / θα ήσουν εδώ. 
Η διαχρονική ισχύς των λεγομένων του δημιουργού επιτρέπει ποικίλες αναγνώσεις. Ωστόσο, το ασαφές ιστορικό και χρονικό πλαίσιο της πρώτης ποιητικής συλλογής αντικαθίσταται από έναν αόριστο χρονικό προσδιορισμό στην παρούσα ποιητική συλλογή: μια Κυριακή. Ίσως μια οποιαδήποτε Κυριακή, εκείνη που ήρθε ή που προσμένουμε να έρθει. Μια Κυριακή που μπορεί να μην έρθει ποτέ.

             Ανατροπή.
Ακόμα και στις ανθρώπινες σχέσεις. Κυρίως εκεί.
            Κάθισαν πλάι σιωπηλά,
απέναντι μια άλλη χώρα 
απομακρυνόταν.
Χαϊδεύτηκαν μελαγχολικά, 
γύρω μια άλλη γλώσσα 
ακουγόταν.
Ονειρεύτηκαν πάντα κρυφά, 
το δικό τους όνειρο 
απαγορευόταν.
Χάθηκαν τελείως ξαφνικά, 
κάποιος πήρε τη φωτογραφία 
από εκεί που κρεμόταν.

Κρυμμένες αλήθειες και ανομολόγητοι έρωτες γύρω από μια φωτογραφία. Πρόσωπα που βγαίνουν από το πλαίσιο της στατικής εικόνας που τα περικλείει και χορεύουν στα μάτια μας έναν έρωτα χωρίς τέλος, μέχρι που ένα αδιόρατο χέρι ξεκρεμά την φωτογραφία.
Στα έργα του αναδεικνύεται ένας πηγαίος ερωτισμός που χαρακτηρίζεται περισσότερο ως ερωτισμός οραμάτων και λιγότερο ως ένα τραγικό πάθος. Για τον ίδιο τον καλλιτέχνη ο έρωτας εμπεριέχει την ηδονή, αλλά και τη θλίψη, οι σχέσεις στηρίζονται στη φυσική έλξη, αλλά και στη συνειδητή καλλιέργεια της επιθυμίας, καθώς η απουσία είναι αισθητά βασανιστική. Όπως στη Μεσογειακή συνομιλία, όπου το συμπαγές σώμα του κειμένου και το ύφος του λόγου υψώνουν στα μάτια μας κάτι τόσο αινιγματικά προκλητικό.
Ο έρωτας στα ποιήματα του Φραγκίσκου Καλαβάση είναι μια μαγνητική δύναμη που έλκει το ανεκπλήρωτο και έχει τις αποχρώσεις της μελαγχολίας, της νοσταλγίας, της περιπάθειας, της τρυφερότητας. 
Στον κόσμο των μοναδικών στιγμών και των κρυφών ερωτικών επαναλήψεων ή όταν η αγάπη παίζει κρυφτό, όπου εσύ
την αναγνωρίζεις συνέχεια / και την ψάχνεις παντού / καθ' υποτροπή και κατ' επανάληψη. 
              Η ποικιλία της επανάληψης.
Ίσως αυτή να είναι και η γοητεία της επανάληψης.

ΜΑΡΙΑ ΚΛΑΔΑΚΗ



Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη, Πνοές, ποίηση, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2015, σελ. 74.

Ζεύγη αντιθέσεων είναι η ζωή την άνοιξη που στροβιλίζονται μες στην ερωτική μυρωδιά του μεσημεριού και μας θυμίζουν τα χρόνια που έφυγαν μ’ ανύποπτη γλυκάδα, σκεφτόμουν…

     Ξεκινούσε η Εβδομάδα των Παθών. Στην άλλη άκρη  του τηλεφώνου, η βραχνή φωνή της Δώρας Παρδάλη – Σωτρίλλη μου κοινοποιούσε την κυκλοφορία της νέας ποιητικής συλλογής της με τίτλο «ΠΝΟΕΣ», από τις εκδόσεις «Ζήτη» και με εξώφυλλο που φιλοτέχνησε η γνωστή ζωγράφος Ειρήνη Βαζούκου.

     Πόσες φορές η άνοιξη έχει δώσει εικόνες απαράμιλλης ομορφιάς και συναισθηματικής φόρτισης στην Τέχνη, ξανασκεφτόμουν…
         Στον ενεστώτα χρόνο / το φως δεν κλείνει την πληγή / ούτε φεγγίζει την ψυχή / απογυμνώνει μόνο / την αθυμία των ημερών.
        Η Δώρα Παρδάλη κουβαλώντας τα συναισθήματα που δημιουργούν οι κοινωνικές αλλαγές κι ονειρευόμενη τους τρόπους βελτίωσης των υπαρχουσών συνθηκών, μας καθοδηγεί με περιγράμματα ποιητικά σ’ ένα κόσμο νοσταλγικό, σχεδόν ρομαντικό. Άλλωστε ο Ρομαντισμός υπήρξε ένα κίνημα ιδεολογικό του 19ου αιώνα, του οποίου οι επιρροές ψαύουν τη συνείδηση της νεοελληνικής κοινωνίας ως και τις μέρες μας. Με την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου, η Δώρα Παρδάλη παραθέτει με λεπτομερή ακρίβεια όλο το πλέγμα των γύρω της σχέσεων (οικογενειακών, φιλικών, ερωτικών, κοινωνικών, εξουσίας κ.λ.π.) και των προσώπων που παίρνουν μέρος σ’ αυτό το ποιητικό σύμπαν. Μια ζωή στο μικροσκόπιο της υπομονής. Μια ζωή αφιερωμένη στη γλώσσα και τη διδαχή και τα τελευταία χρόνια καταφύγιο της η ποίηση. Παρηγοριά κι ανάγκη λυτρωτική. 

Η νοσταλγία   
εξιδανικεύει   
τα μακρινά   
τα μέτρια   
τα απολεσθέντα   
τα αγαπημένα.  
     Στην τρίτη ποιητική συλλογή της Δώρας Παρδάλη (μετά τις «Κυψελίδες» το 2002 και τις «Ροές» το 2005), οι λέξεις έχουν ένα ειδικό βάρος και βοηθούν τα ίδια τα ποιήματα να επιδέχονται ερμηνείες μέσα από της συγκίνησης το απύθμενο κεφάλαιο. Η γλώσσα διατηρεί τη δική της οντολογία. Έχει μια ακτινοβολία ιδιαίτερη, όπως τα χρώματα ενός πίνακα εξπρεσιονιστικού. Οι στρωματώσεις των θεσμών και της παράδοσης βοηθούν την ίδια να βρει το κουράγιο να αναζητήσει τον προσωπικό της ήλιο, παραμερίζοντας όλα εκείνα τα γεγονότα και τις καταστάσεις που τον στραγγαλίζουν. 
      Υγρασία, υγρασία / ας βγει ο ήλιος / να με φλογίσει / να με ξυπνήσει / απ' την αθέλητη νάρκη μου / να με κεράσει χάδι για γλυκό / ν' αχνοφανεί ξανά / το γέλιο το απίκραντο.
       Η ίδια η δημιουργός πιστεύοντας πως η τέχνη της ποίησης πρέπει να ακολουθεί την επικαιρότητα, μας παρουσιάζει δείγματα που συνάδουν με τη σκληρή πραγματικότητα όπου «τα παιδιά μαθαίνουν αριθμητική καθώς μετρούν τα φέρετρα των φίλων τους», στης Ανατολής τα μέρη και οι άμαχοι βιώνουν τη δυστυχία, την απανθρωπιά «κλαίγοντας χωρίς δάκρυα» και υπομένοντας «το τσαλάκωμα της Ειρήνης». Ο κύκλος της βίας δε σταματά ποτέ. Εκτός κι αν αποφασίσει ο τελευταίος κρίκος αυτής της αλυσίδας να τη σπάσει μια για πάντα.
     Η Δώρα Παρδάλη προσεγγίζει όμως με τρυφερότητα τη σοφία του ελληνικού λαού που γνωρίζει πώς να ελαφραίνει τις πληγές που του δημιούργησαν οι άλλοι σκορπώντας γύρω του «μέρες της μεγάλης κατήφειας».
     Ξηλωμένα παράσημα τα προσόντα / του λαού / και οι αξίες μετανάστευσαν. Άλλοτε οπτασιάζεται και σιγοψιθυρίζει: Ψηλά στο περβάζι άνθρωποι / νέοι με χέρια κρεμασμένα / σαν κλαδιά, λες και ικετευαν / μ' εκείνα τα μάτια τα θλιμμένα.
       Είναι η λυτρωτική άυλη στιγμή που υλοποιείται η ελπίδα με τη βοήθεια της πίστης μέσα από την προσευχή. Προσδοκώντας το θαύμα, οδηγείται συχνά σε μια εκ βαθέων παράκληση:
           Παγιδευμένοι / στην ανυποληψία των ημερών / κλειστά τα φωτεινά χαμόγελα. /
Όλο και λιγοστεύει το άκουσμα / της καλημέρας. / Μέρες θλίψης  
.........................
           Αγωνία...Αδιέξοδο...
            
      Κι άλλοτε εκστασιασμένη από την αταραξία, διαλογίζεται σε δειλινά ευήλια. Είναι οι χρυσές στιγμές του τοπίου που μας χαρίζει το νησιωτικό σύμπλεγμα της Δωδεκανήσου, εκεί όπου η θάλασσα γυμνάζεται με υπομονή και μας στέλνει τη δροσιά των αλέκιαστων μηνυμάτων της. 
          Καθισμένη στο βράχο αγναντεύω / το απέραντο γαλάζιο. / θαλερό πράσινο γύρω μου / κίτρινα μουσχουράκια / ξεμυτίζουν ανάμεσα στους θάμνους / ευωδιάζοντας τους κάλυκες. / Βιάζονται να γίνουνε στεφάνι.
    
      Κι όταν αλαφρώσει η ψυχή και γίνει σωστό θαλασσοπούλι ξαναμετράει με ακρίβεια τις αλήθειες της ζωής, μεταλαβαίνοντας ουρανό κι ανταποδίδοντας ευγνωμοσύνη.
     Τα ποιήματα-τοπία παρατίθενται ως βασικός παράγοντας του ίδιου του ανθρώπου και του πολιτισμού. Σε εποχές υπέρμετρης λατρείας της τεχνολογίας, ο επαναπροσδιορισμός της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση του, γίνεται ιδιαίτερα επίκαιρος. Η Δώρα Παρδάλη ταξιδεύει αντιμέτωπη με τα συντρίμμια του καιρού μας κι ονειρεύεται τη ζωή μ’ ένα άλλο οικοσύστημα.     

Σε περιπάτους έμπνευσης   
μέσα στ’ άγρια βοτάνια   
στα σκίνα και στα κυκλάμινα   
έγραψε την «Ηλακάτη»   
η Ήριννα. Μέσα σ’ αυτή   
τη μοσχοβολιά,   
τη λουλουδένια επιφάνεια,   
τη χάρη, τη μαγεία,   
την επίγεια.  
     Βέβαια όλη μας η ζωή, οι επιλογές μας, τα διαβάσματά μας, οι σκέψεις μας παίζουν σημαντικό ρόλο στη στάση μας απέναντι στις δύσκολες συγκυρίες που παρουσιάζονται. Μόνο που χρειαζόμαστε όλοι τα στηρίγματά μας. Από τους φίλους μέχρι το πολιτικό τοπίο. Δίχως τη δημιουργία κατάλληλων πνευματικών βιότοπων, όπου ανθίζουμε, μπορούμε εύκολα να μαραθούμε σταδιακά. Κι ας μη ξεχνάμε πως στη λεπτομέρεια κρίνονται και κρύβονται όλα.
     Το ποιητικό έργο «ΠΝΟΕΣ» είναι μια δοκιμασία που μοιράζεται ανάμεσα στα όρια της επιθυμίας, της πραγματικότητας και της γραφής. Η Δώρα Παρδάλη περνά διαδοχικά μέσα από διάφορα «εγώ», όπως π.χ. από σώμα που πάσχει σε σώμα που πράττει και ξαναβιώνει συναισθήματα και πράξεις που έχουν ήδη συντελεστεί «εκεί και τότε». Σε μια Ελλάδα προγενέστερη, σ’ ένα Λονδίνο Ελισαβετιανό, σε μια έρημο αλαργινή, όπου τα σφαχτάρια της στέπας δεν έχουν ηλικία…
     Η Δώρα Παρδάλη ως φιλόλογος, επιλέγει ως μότο σε κάποια ποιήματά της αποφθέγματα των αρχαίων, όπως του Ηράκλειτου (που δεν εξηγεί σοφά μόνο τον ύπνο, αλλά και τον πόλεμο), του Σοφοκλή, της Σαπφούς κ.λ.π. που κάνουν κύκλους διαδοχικούς και μας οδηγούν στο σύμβολο της αιώνιας ομορφιάς, την αγάπη. Ζωντανεύει τα μέσα για μια ισχυρότερη ενόραση του κόσμου, ο οποίος παρά τις δυσκολίες δεν θα πάψει ποτέ να είναι μια ξέφρενη σπατάλη συναισθημάτων.
     Τελειώνοντας θα ήθελα να επαναλάβω μαζί με το Νίτσε: «Κι αν σου λείψουνε πια, αγαπητή μας κυρία Δώρα, όλες οι σκάλες πρέπει να μάθεις ν’ ανεβαίνεις πάνω στο ίδιο το πνεύμα σου. Πώς αλλιώς θα ήθελες ν’ ανέβεις ψηλότερα;»

ΣΟΥΛΕΪΜΑΝ ΑΛΑΓΙΑΛΗ-ΤΣΙΑΛΙΚ



Μυρτώ Βαξεβάνη, Πρακτικά έρωτος, ποίηση, εκδόσεις Ars Poetica, Θεσσαλονίκη 2015, σελ. 75.

Το παρόν βιβλίο είναι το πρώτο ποιητικό έργο της Μυρτώς Βαξεβάνη, με τίτλο «Πρακτικά Έρωτος». Ας μου επιτραπεί να μιλήσω ως αναγνώστης – ως ένας κριτικός φίλος των ποιημάτων της Μυρτώς μιας και κατά την σύνθεση της συλλογής είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την επώαση ορισμένων ψηφίδων της. Έχοντας επομένως, επισκεφθεί τα «Πρακτικά Έρωτος» εκ νέου - μιας και η ποίηση, όπως και κάθε τέχνη που την κοιτάμε και μας κοιτά στα μάτια, ζητά από μέρους μας μία σχέση εξακολουθητική και γόνιμη - , θα ήθελα να εστιάσω σε τρεις παραμέτρους του έργου που μας τροφοδοτούν με διόλου ευκαταφρόνητα κλειδιά και αντικλείδια εισόδου και περιδιάβασης του ποιητικού του σώματος. H πρώτη αφορά την γλώσσα και το ύφος των ποιημάτων της Μυρτώς, η δεύτερη, τη σχέση της γραφής της με ό,τι αποκαλούμε βίωμα και πιο συγκεκριμένα, βίωμα ερωτικό και η τρίτη, στη στάση που διαμορφώνει ως νέα ποιήτρια απέναντι στην τέχνη της.
Ας ξεκινήσουμε από τη γλωσσική σκευή των ποιημάτων της Μυρτώς. Εδώ προ-απαιτείται μία λεπτή, αλλά απαραίτητη κατά τη γνώμη μου διάκριση: μεταξύ του τρόπου που η γράφει η Μυρτώ ως ποιήτρια – πρώτη ομιλήτρια, ως δηλαδή δημιουργός ενός λόγου-πομπού που αρθρώνεται με ιδίαν βούληση σε πρώτο χρόνο, και των μέσων που μετέρχεται από την άλλη ως ποιήτρια – αντιφωνήτρια, ως φωνή, δηλαδή που αποκρίνεται σε κάποιο άλλο πρόσωπο που είχε το προνόμιο του πρώτου βήματος σε έναν μεταξύ τους διάλογο.
Ο πρώτος τρόπος της Μυρτώς μαρτυρεί στενή μαθητεία στα γλωσσικά μονοπάτια που έχει ανοίξει, επί παραδείγματι, με τα ωριμότερα έργα της η Κική Δημουλά: «Το νόημα κόπηκε της σύντομης ζωής της / σαν το σγουρόμαλλο κεφάλι της / το χάιδεψε η λαιμητόμος λογική σου» (Μεταστάσα στιγμή, σ. 44) «Με κατηχεί η Θεά βροχή. / Είσοδος δραματική στο τέλος μέρας ανάδρομης θεαματικά εξασφαλίσθη / από αδένες δακρυγόνους, / αρκούντως νεφελώδεις και κρυψίνοες» (Pathetic fallacy, σ. 63). Κι, ευτυχώς, όχι μόνον της Δημουλά: στη χρήση των επιθέτων, λόγου χάριν, ηχούν, κι όχι μόνο στο βάθος, συχνότητες, στις οποίες ανεβοκατέβηκε, όχι σπάνια, μία φωνή πολύ διαφορετική της Δημουλά, τόσο σε τονικότητα, όσο και σε λεκτικούς χυμούς όπως, εν προκειμένω, του Οδ. Ελύτη: «ακτέριστη ταφή» (σ. 62), «ανήκεστος βλάβη» (σ. 61) «Ω, τα άλκιμα ταξίδια των ακτιδερών του άκρων». Άλλωστε στους εναρκτήριους στίχους του ίδιου ποιήματος (Έσσεται ήμαρ, σ. 64) ρητά η Μυρτώ δηλώνει: «Ω, ο ήλιος ο πρώτος, / ο ήλιος ο ηλιάτορας πατήρ μου». Θα άξιζε, θαρρώ, να συνδηλώσουμε στη διαμόρφωση αυτού του μεικτού γλωσσικού χώρου όπου αναδύονται τα ποιήματα της συλλογής και τη λειτουργία του επιρρήματος, αυτή τη φορά έλκουσα την καταγωγή της από την καβαφική όρχηση: «Ωραία που ήταν, άνω, ψηλά, / ευάερα, ευήλια» (Ατελές, σ. 47) «Και πάλι στα εντός / υγρή, γλυκιά εμμονή στο μάγουλο επιστρέφει. / Έξω είναι εδώ και μέσα εκεί. / Η φύση δε λαθεύει» (Pathetic fallacy, σ. 63).
Είναι, νομίζω, ήδη σαφές, πως η φωνή των «Πρακτικών Έρωτος» δεν επαναπαύεται σε μονότροπες γλωσσικές λύσεις. Δεν θέλει να εξαντληθεί σε μία μονοκοντυλιά δημοτικής, είτε σε μία υπαναχώρηση της σε λόγιες ευκολίες – χάριν ενός ορισμένου εντυπωσιασμού ίσως, που δεν είναι ασυνήθιστος στις μέρες μας. Η σχέση της με τη γλώσσα είναι πρωτεϊκής υφής. Μεταμορφώνεται κατά το ύψος ή το βάθος του στίχου – αναπλάθεται ανάλογα με τη θερμοκρασία που επιδιώκει να αποδώσει στην εκάστοτε στροφή της. Τούτο εκτιμώ, πως λειτουργεί με μεγαλύτερη διαύγεια και δραστικότητα στα ποιήματα – αντιφώνησης της συλλογής, όπως θα μπορούσαμε να τα πούμε χάριν της αφετηριακής μας διάκρισης: στα ποιήματα όπου αποκρίνονται άλλοτε σε έναν κρυφό, το πιο συχνά όμως σ’ έναν δηλωμένο συνομιλητή, συνοδοιπόρο της ποιήτριας.
Σε αυτά τα ποιήματα η Μυρτώ ενδύεται στοιχεία από το ύφος και το γλωσσικό στίγμα των ίδιων αυτών προσώπων, στα οποία απευθύνεται – ιδού ορισμένα δείγματα γραφής: «Για πού το βαλε η καρδιά μου μ’ ανοιχτά πανιά; / Την αλήθεια σου να ψαύσει σε απουσία βασιλιά.» (Υπενθύμιση, σ. 15) η επωδός «Δε θα αγαπήσω / Δε θα αγαπήσω» στο ποίημα «Ο ασυγχώρητος» (σ. 45), ή ολόκληρα εδάφια από τα ποιήματα «Μήνις ασθμαίνουσα» (σ. 60), «Απόστροφος» (σ. 27) ή «Αστερούσια» (σελ. 25). Είναι επομένως, θα έλεγε κάποιος, εκ των ουκ άνευ – ή όπως θα το περιέγραφε κάποιος άλλος, υποδεικνύοντας την σαφήνεια του τίτλου του ίδιου του βιβλίου «Πρακτικά έρωτος», επιβεβλημένο το να μας απασχολήσει η σχέση της γραφής της Μυρτώς με ό,τι αποκαλούμε βίωμα και μάλιστα, βίωμα ερωτικό.
Ο έρωτας μέσα στα ποιήματα της Μυρτώς είναι γεγονός πληθυντικό: άλλοτε ένωση ή θαύμα – «το θαύμα το θεόρατο: / σαν βάζει σκάλα ο επουράνιος τον πάνδημο να βρει» (Συγκ-Ερασμός, σ. 37), κι άλλοτε τυφλότητα, πτώση, βάθος ζοφερό: «Περπάτησα στον έρωτα, τυφλή, μαργιολεμένη» (Σε χρόνο αόριστο, σ. 58). Όμως, είτε έτσι, είτε αλλιώς, ο έρωτας για την Μυρτώ, είναι ξεκάθαρα βιοτέος – γεγονός που αξίζει κανείς να τον ζει εξακολουθητικά στο κορμί, θα προσέθετα, στο ατέρμονο και ποικίλο μας γίγνεσθαι, επομένως και στο μελάνι και στο σκαλισμένο μας με ποιήματα χαρτί: «Οι φλέβες μας / δεν μας ανήκουν. // Δρόμοι για να περνάει ο έρωτας.» (Παραπεμπτικό, σ. 38).
«Να εκραγώ σε εκατομμύρια ερωτόνια, / να φτάσω να σου φορέσω φώσφορο» (Άφιξη, σ. 38)
Και η ποίηση – ποια η λειτουργία της σε αυτή την κοσμογονία; Να την καταγράφει εν είδει πρακτικών ως σαρωτής ενός ορισμένου φωτοτυπικού μηχανήματος ή ως ανασύνθεση, ως μια δεύτερη, με άλλα λόγια, κοσμογονία, ομογάλακτη και ικανή να αποδώσει την ερωτική; Εδώ σημειώνεται, κατά τη γνώμη μου, η κορύφωση των όσων εντοπίζει μέχρι στιγμής μέσα στην ποιητική πράξη η Μυρτώ ως μία νέα τεχνίτρια του στίχου – ενός στίχου που σε ορισμένες περιπτώσεις, να μην το προσπεράσουμε αυτό αστόχαστα, ξεδιψάει τα χείλη του στα νερά του ατόφιου τραγουδιού, ή όπως πιο ανάγλυφα δηλώνει η ίδια: «στο γιώτα και στο ρω πίνω νερό» (Σώματα, σ. 72). Ναι, η ποιητική πράξη – ενέχει το σπέρμα της μεταμόρφωσης, το πρωτοκύτταρο μιας κοσμογονίας εν εξελίξει («Μίλησε γλώσσα, μίλησε / αν τώρα εσύ τολμάς. / Στα ανείπωτα δώσε φωνή / και τα κρυμμένα ξέθαψε» – Forte, σ. 73) και ακριβώς γι’ αυτό αναγνωρίζεται ως «ιδανικό τροχιοδεικτικό / σε κάθε πόλεμο και ειρήνη του μυαλού μου» (Jouissance, σ. 70).


ΠΑΝΟΣ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ


 [1η δημοσίευση: τεύχος 13]

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

ΝΗΣΙΔΕΣ: Κυκλοφορεί το 15ο τεύχος


ΝΗΣΙΔΕΣ
Περιοδικό τέχνης και λόγου

Κυκλοφορεί το 15ο τεύχος

εντός του Δεκεμβρίου


Οι "ΝΗΣΙΔΕΣ" διανέμονται σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία του νομού Δωδεκανήσου

(«Δέντρο», «Ακαδημία», «Θαλασσινός»),
και της Αθήνας («Γαβριηλίδης», «Λεμόνι»).

Κεντρική διάθεση:
Βιβλιοπωλείο το «Δέντρο». Θ. Σοφούλη 127, Ρόδος, 85100, Τηλ. 22410-33206.



ΠEPIEXOMENA


Ρεζίς Ντεμπρέ

ΠΟΙΗΣΗ                                                         
Μιχάλης Δ. Βαρνάς: Τέσσερα ποιήματα

ΠΕΖΑ                                                                 
Φραγκίσκος Καλαβάσης: Το καταφύγιο 
Δημήτρης Αγγελίδης: Η ακουαρέλα

ΠΟΙΗΣΗ                                                        
Μανόλης Πρατικάκης: Των αγίων αστέγων

ΗΜΕΡΙΔΑ                                                  
Ευριπίδης Γαραντούδης: Νάσος Βαγενάς – Μανόλης Πρατικάκης, η φύση και η ιστορία στο ποιητικό έργο τους
Όλγα Κομιζόγλου: Η παρουσία και η λειτουργία της φύσης στο ποιητικό έργο του Νάσου Βαγενά

ΔΟΚΙΜΙΟ
Νάσος Βαγενάς: Ταυτότητα και ποιητικός λόγος

ΠΟΙΗΣΗ
Πάνος Δρακόπουλος: 4 ποιήματα

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Γεωργία Ζακοπούλου: Σχετικά με τον κύριο Αρμάν Ρομπέν

ΠΟΙΗΣΗ
Στάθης Κομνηνός: Κοινή γραμματική

ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΙ 
Έφη Καλογεροπούλου (Αναστασία Ζέππου), Μπούμπερ Νόυμαν (Δημήτρης Κόκκινος), Νίτσε (Αγγελική Γ. Βασιλοπούλου) 


Προβολές
Βιβλία & περιοδικά
Οδοιπορικό από τη Ρόδο στον Μαρμαρά
Τοπόσημα 
Αναδρομές
Υστερόγραφο
Οι συγγραφείς του τεύχους, 11

ΛΕΥΚΩΜΑ             
Ειρήνη Βαζούκου


Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Για την σύνθεση «Το Πέρασμα: ποίημα σε 7 κινήσεις», του Πάνου Δρακόπουλου


Του Φραγκίσκου Καλαβάση



Το Πέρασμα, ο Πάνος Δρακόπουλος πρέπει να το έγραψε με μολύβι και με γόμα. Ναι, και με γόμα. Αυτή είναι η αναγνωστική μου εντύπωση. Φαίνεται πως όταν γράφει, σβήνει και μετά ξαναγράφει και ίσως ξανασβήνει, σε μια συνεχή και επίπονη αλληλεπίδραση με την γραφή του.

Ετοίμασα απόψε να σας διαβάσω ένα κείμενο που αναζητά το αποτύπωμα αυτής της αλληλεπίδρασης του αγαπητού μας Πάνου Δρακόπουλου με τη γραφή του στο Πέρασμα- Ποίημα σε 7 κινήσεις

Είναι μια γραφή που αναγγέλλει το σβήσιμό της, όπως η ζωή που αναμένει τον θάνατο, ο οποίος περιμένει τη ζωή. Μέσα σε αυτό το συνεχές πέρασμα αναδύεται το νόημα της ζωής και η μορφή της ζωής του κάθε όντος και του εκάστοτε περιβάλλ-οντος. Το νόημα δεν χάνεται, αφού πάντα επιστρέφει –πολύμορφο και αόρατο- επειδή είναι αποτυπωμένο μέσα σε μια ζωντανή κίνηση, μέσα στη συνείδηση του περάσματος.

Το ποίημα είναι μια ζωντανή γραφή, που αναγγέλλει, αναμένει να σβηστεί, ή να σφαγιαστεί πριν την ώρα του, όπως τα βρέφη της Ηρώδειας γενιάς, και επιστρέφει με την απαγγελία του.  H σφαγή είναι αναμενόμενη, αυτό είναι το νόημα, μας λέει ο ποιητής από την αρχή στη σελίδα 10
«…τα βρέφη
εκείνης της Ηρώδειας γενιάς
- ως γεγονός από καιρό αναμενόμενο
στη γραφή των προφητών
και των πρωθύστερων λογίων-,
έχασαν στο γυρολόι μιας μόλις ημέρας
το κεφάλι,
τη φαμελιά
και την μελλούμενή τους ζήση,
και κέρδισαν
εκείνα τα φτερά
που περνούν οι ζωγράφοι και οι ποιητές
αθόρυβα, θαρρείς σχεδόν ερωτικά,
            στους αγγέλους»

Το κείμενό μου, αγαπητές και αγαπητοί φίλοι, γράφτηκε αναμένοντας τη δική σας παρουσία. Μια  αναμενόμενη παρουσία. Επομένως εσείς, τρόπον τινά προϋπήρξατε του δικού μου κειμένου, το οποίο διαδέχθηκε φυσικά την κυκλοφορία του Περάσματος, αλλά προϋπήρξε της αποψινής μας συνάντησης, στην οποία προσήλθατε για να γνωρίστε από κοντά το ποίημα και τον ποιητή, δηλαδή την αφορμή όλου αυτού που συμβαίνει εδώ απόψε. Βρισκόμαστε κατά συνέπεια, εσείς, ο ποιητής, το κείμενο που διαβάζω και το ποίημα, σε μια ασύγχρονη κατάσταση.

Όπως περίπου συμβαίνει όταν λαμβάνουμε μιαν επιστολή, που κάποιος την είχε συντάξει πριν από καιρό. Ο παραλήπτης, ή η παραλήπτρια ασφαλώς προϋπάρχουν της συγγραφής. Ίσως να αποτελούν και την αιτία ή την αφορμή της. Όταν παραλαμβάνουν όμως το γράμμα, είναι πολύ αργά για τον συντάκτη. Τώρα πια μιλάει το κείμενο. Αλλά μιλάει περισσότερο με τη φωνή του παραλήπτη ή της παραλήπτριας, την ώρα που το διαβάζει, παρά με τη φωνή του συγγραφέα.

Διαβάζοντας ή απαγγέλλοντας, διασχίζουμε μια αδιαχώριστη κατάσταση, ανάμεσα σε προθέσεις και γραφές, αναγνώσεις και φωνές, η οποία  παίρνει την μορφή της από αυτήν ακριβώς την αδυνατότητα να διαχωριστεί.

Παρόμοια αδιαχώριστες είναι, στη δική μου ανάγνωση, οι Κινήσεις του ποιήματος στο Πέρασμα. Εφτά, τις αρίθμησε ο Πάνος. Εφτά κινήσεις φαίνεται να διακρίνει ο ποιητής, ενώ στα μάτια μου, ως αναγνώστη και παρουσιαστή, η κατάσταση εμφανίζεται ενιαία και αδιαχώριστη: μάλλον θα αποτύχω στην αποψινή παρουσίαση.

Ενιαία και αδιαχώριστη λοιπόν, ασύγχρονη αλλά συμπαγής, εύπλαστη και ταυτόχρονα αναλλοίωτη εμφανίζεται η ανθρώπινη συνθήκη στην ανάγνωση του Περάσματος, στην μορφή δηλαδή που δίνει ο αναγνώστης στα λόγια και στις εναλλασσόμενες εικόνες του ποιήματος.

«Όλα τούτα», προβλέπει ή και εύχεται ίσως ο ποιητής στην ΑΙΩΝΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΊΑ, στην 7η κίνησή του,
 «Όλα τούτα
θα σκορπίσουν
σαν μελάνι ενός μικρού δοχείου
στην απέραντη σελίδα
της θαλάσσης
κι ας μοιραστεί
τούτη η σελίδα,
κι ας διαβαστεί ξανά και ξανά
στο ημίφως ενός υπόγειου κελιού
ή στην παραζάλη κάποιου λαμπερού ανακτόρου»

Σκορπισμένη λοιπόν, κονιορτοποιημένη αλλά αδιαχώριστη και συμπαγής, εύπλαστη και ταυτόχρονα αναλλοίωτη η ανθρώπινη συνθήκη, πανταχού παρούσα, θυμίζει την θεία τριάδα, την άχρονη. Την ομοούσιο και αδιαίρετη τριάδα.

Μα τότε, μήπως εκεί είναι και το μυστικό της αρίθμησης του ποιητή; Επτά κινήσεις, ένα πέρασμα... . Γιατί 7;  Μα το 7 είναι αδιαίρετο !

Ανάπαυση. Η ελπίδα επανήλθε για την αποψινή μου παρουσίαση.

Αγαπητές και αγαπητοί φίλοι, το Πέρασμα του Πάνου Δρακόπουλου χάραξε το μονοπάτι, ή το δημιούργησε, ή αν προτιμάτε, έχτισε τη γέφυρα πάνω στην οποία πήρε μορφή η πρόθεση αυτού του κειμένου που σας διαβάζω.

Το κείμενο είναι οι λέξεις που κρέμονται σε αυτή τη γέφυρα, όπως οι στεναγμοί στην ομώνυμη γέφυρα της Βενετίας ή όπως τα χιλιάδες μικρά λουκέτα, που κρέμονται στη Γέφυρα των Τεχνών, στο Παρίσι. Τα κρεμούν, τα τελευταία χρόνια, τα ζευγάρια των ερωτευμένων που την διασχίζουν. Στο πέρασμά τους αναστενάζουν και γαντζώνουν λουκέτα στο κιγκλίδωμα. Σύμβολα τα λουκέτα, μιας επιθυμίας που εγγράφεται πάνω στη γέφυρα, σημάδια επικοινωνίας με τις ερχόμενες και τις παλιότερες γενιές.

Αναστενάζουν οι περαστικοί, επειδή ίσως διαισθάνονται την ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΣΦΑΓΗ, την πρώτη κίνηση του Περάσματος.
Γαντζώνονται οι άνθρωποι στα σύμβολα, αφήνουν σημάδια, καθώς κινούνται πέρα δώθε και χαράζουν τα περάσματα στη ζωή μας, χαράζουν σημάδια στα δέντρα του μονοπατιού κι ελπίζουν σε μιαν ΑΙΩΝΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ των μηνυμάτων τους, όπως στην έβδομη κίνηση του Δρακόπουλου.

σελ. 23
«Θα κρατήσει
άραγε τούτη η σελίδα
κάτι απ’την αλήθεια του πρώτου μελανιού
ή μόνον
την ελάχιστη σιωπηρή βαφή του;»

Με τις λέξεις οι άνθρωποι πλάθουν τον κόσμο τους και τις σχέσεις τους, συμφιλιώνονται, γράφουν συμφωνίες, διαπραγματεύονται τον κόπο τους και τις επιθυμίες τους, υπογράφουν. Μας περνούν από μια κατάσταση σε μια άλλη χωρίς να το περιμένουμε.
«Το ΄χουν αυτό οι λέξεις.
Ακόμη κι όταν πενθούν,
Χορεύουν!»
Μας το είχε πεί ο Πάνος Δρακόπουλος πριν λίγα χρόνια, το 2012 στη σελίδα 24 της τρίτης ποιητικής του συλλογής 49+1 Βότσαλα. Εκεί που δεν τα ήθελε 50 τα βότσαλα, αλλά 49 + 1.

Μμμ, το προετοίμαζες, αγαπητέ μας ποιητή από καιρό το πέρασμα στο Πέρασμα με τις 7 κινήσεις. Αφού, το 49 είναι 7 φορές το 7. Αδιαίρετες φορές το αδιαίρετο. Οι αιώνες των αιώνων. Συν ένα, θα προσθέσει, για να δηλώσει πως δεν υπάρχει τέλος.

Τον ενδιαφέρει τον ποιητή ο αριθμός, αλλά πιο πολύ τον ενδιαφέρει η πράξη που τον δημιουργεί, ή η πράξη που περικλείεται μέσα του.

Το είχε δηλώσει και το 2010, στη σελίδα 74, μέσα στο ποίημα Η ΚΛΟΠΗ της συλλογής του ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΓΟΡΑ. Έγραφε τότε:
«Ένα κι ένα κάνουν δυο.
Κι αυτό δεν σου είναι άγνωστο.
Τώρα ποιο «ένα» παρέα με ποιο άλλο «ένα»
γεννάνε το «δυο»,
αυτά είναι  φιλολογικούρες των χασομέρηδων.»

Γράφει και σβήνει ποιητής, για να φτάσει στο αναλλοίωτο της ανθρώπινης συνθήκης,  εκεί που η σημασία συναντάει το σύμβολο και αποδρά από την αφορμή της.

«Τρέχει το ποτάμι
τρέχει και το ποίημα.

Άιντε να τα πιάσεις …»
σημείωνε ο Δρακόπουλος πριν από 9 χρόνια, στη σελίδα 19 της συλλογής 49+1 Βότσαλα.

Η πράξη τον ενδιαφέρει, δηλαδή αυτό πέρασμα, όχι από τον ένα αριθμό στον άλλο, αλλά από τους δυο στον έναν, από τις δυο εικόνες στη μια. Στην μια που περιέχει τις δυο και τον εαυτό της, 2 συν 1.

Σαν το πέρασμα που γίνεται με τον χορό, αυτόν τον κύκλο που μας περιέχει, μαζί με τις προθέσεις μας και τις ντροπές μας, μαζί με το ρυθμό και μαζί με το έδαφος που πατάμε ρυθμικά, δηλαδή το χώμα και τις πέτρες ή μαζί με τα υλικά της γέφυρας, αφού πολύ συχνά οι άνθρωποι χορεύουν πάνω στις γέφυρες, χορεύουν ακόμη και με τον χάρο . .

«Όπως κι αν κουρδίσεις
της Ιστορίας τη σβουρίτσα
στον ίδιο χορό
-στην αυτή ανεμοζάλη-
μεμιάς θα τιτιβίσει:»

μας προειδοποιεί ο ποιητής της αποψινής βραδιάς στην πρώτη σελίδα του πρώτου κεφαλαίου με τίτλο Η ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΣΦΑΓΗ. Στη λέξη «τιτιβίσει» βάζει και δυο τελείες, απειλητικές για την αναμενόμενη σφαγή. Κι αμέσως αρχίζουν τα πλάγια γράμματα, η πλάγια γραμματοσειρά. Άρχισαν οι υποκλίσεις, από φόβο, ή μήπως από σεβασμό;

Χάρη στις λέξεις και στην μουσική, γίνεται το πέρασμα στον χρόνο. Ο Δρακόπουλος είναι μουσικός, δένει τις λέξεις με το άκουσμά τους. Γαντζωμένοι κι εμείς από τις λέξεις και τα σημάδια που σημαίνουν, φτιάχνουμε το πέρασμα, το αδιαχώριστο ανάμεσα  στο σήμερα, στο χθες και στο αύριο. Η γέφυρα δεν προϋπήρχε, ούτε το μονοπάτι, τα δημιουργούμε μόνοι μας,  όπως μεταξύ μας  απόψε.

Το Πέρασμα του Πάνου Δρακόπουλου, για μένα είναι μια συμπαγής συνθήκη, που περιέχει το κείμενο και τον συγγραφέα, ενώ ταυτόχρονα περιέχεται στην μορφή του, η οποία με τη σειρά της, αλλάζει ανάλογα με τον αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα παραμένει αναλλοίωτη.

Μια συμπαγής συνθήκη, όπως το χώμα (αγαπημένη και πολυσήμαντη αναφορά του ποιητή), το χώμα που στη δεύτερη κίνηση του ποιήματος, στον ΑΜΙΛΗΤΟ ΣΠΟΡΟ,  ήταν
«..ανυπεράσπιστο
στη βλάστηση του πλέον
            οφιούχου ανθού
στην ανύψωση του πλέον
            καλοδουλεμένου οίκου,
…»

Ανυπεράσπιστο το χώμα, ώσπου ο μαθητής, ο νεαρός κι ελπιδοφόρος αυτός νεοσσός «πέρασε στο χώμα
σχεδόν αδιάγνωστους
πρωτόγνωρους σχηματισμούς
κι εμπνεύσεις»

… και μετά; Ε, μετά, τα έσβησε! αφήνοντας «…μια για πάντα άλαλο το χώμα».
Αφού όμως προηγουμένως προσπάθησε να συνομιλήσει με τους γέροντες, που τον ρωτούσαν 
«
«Τι σόι πράγμα γράφεις, εδωνά;»
τον ρωτούσαν οι γέροντες,
όπως αν είχαν πλησίον τους
έναν Πέρση Γυμνοσοφιστή
που τους μιλά
για ένα άστρο»

Κατά τη γνώμη μου ο μαθητής του Περάσματος είναι ο αναγνώστης του Περάσματος.  Με την έννοια αυτή ο Δρακόπουλος κάνει τον αναγνώστη μέτοχο, συμμέτοχο -όχι όμως συνένοχο, όπως  θα ήταν σε μια μονοσήμαντη σχέση επίγειας εξουσίας-, αλλά συμμέτοχο-δημιουργό, μέσα σε μια πολυσήμαντη μορφή άυλης σχέσης, σαν εκείνη που έχει ο δάσκαλος όταν είναι τριγυρισμένος από τους μαθητές του.
Άϋλη σχέση, η οποία όμως ορίζει δρόμους ζωής και περάσματα πάνω στη θάλασσα, μεταλλάσσεται σε υλική δυνατότητα μέσα από την πίστη.
«Όστις δύναται να δεχθή τούτο, ας δεχθή»
θα γραφεί από τον ποιητή στο τέλος της τρίτης κίνησης του περάσματος, δηλαδή περίπου στη μέση της θαλάσσης, όπου χρειάζεται πίστη, επειδή το έδαφος ποτέ δεν είναι αυτό που φαίνεται. 

Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, όλα είναι όμως μέσα σε αυτό που φαίνεται, όπως συμβαίνει με την προδοσία, στην ΑΔΟΛΗ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ, στο στραβοπάτημα που ο ποιητής τοποθετεί μέσα στην τέταρτη κίνηση του ποιήματος, του δικού του Περάσματος.

Ποίημα σε 7 κινήσεις, το Πέρασμα του Δρακόπουλου. Μα πώς να διακρίνουμε  τις κινήσεις; Αφού η κάθε κίνηση περιέχεται στην αφετηρία της, θα μπορούσαμε να αναγνώσουμε 7 ακινησίες. Όπως στην τρίτη κίνηση που μας αναγγέλλει την ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ. Γράφει στην τρίτη κίνηση σελ. 14-15
«Ημέρα ή νύχτα  ήταν
δεν έχει καμία
μα καμία σημασία.

Πολύ περισσότερο
χειμώνας ή κατακαλόκαιρο
στη Βηθλεέμ
στην Ιεριχώ ή όπου αλλού.

Δε σκαμπάζουν
από τέτοια διλήμματα
τα φαντάσματα
και οι επικυρηγμενοι συγγενείς τους.

Δεν εννούνε στάλα
τόπου ή χρόνου
            οι νεκροί
κι όσοι τους ποτίζουν κάθε τόσο
από το σάλιο
ή το άγουρό τους αίμα.»

Επομένως το νόημα είναι το πέρασμα καθαυτό και όχι η συμβατική αντίληψη κάποιας χρονικής διαδοχής. Το πέρασμα είναι η ζωή, η οποία δημιουργεί την αίσθηση της κίνησης, επομένως και την ίδια την κίνηση. 
Γράφει στην ΑΙΩΝΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ, στην έβδομη κίνηση, σελ 22 
«..
-τρέχει σαν παγωμένο δηλητήριο
σε φλέβα ανίδεη
τούτ' η άγρια ώρα-
τί
απ'όλη τη μικρή ή μεγάλη
αγαθή ωστόσο
ναι, αγαθή, απ'άκρη σ'άκρη,
περιπέτειά μας,
τί 
θ'απομείνει
όρθιο
ζωντανό
-βρώσιμο και πόσιμο μαζί.
.."

Η ανθρώπινη συνθήκη είναι άχρονη; Ναι, λέει ο ποιητής, χρόνος είναι το ίδιο το πέρασμα, ένα πέρασμα που συμβαίνει στη δική μας αντίληψη και στη συγκίνηση, δηλαδή στην σχετική κίνηση του μέσα ως προς το έξω μας και ταυτόχρονα στην εσωτερίκευση αυτής της σχετικότητας και των αβεβαιοτήτων της μέσα στο ενιαίο της ζωής μας.

Η σφαγή λοιπόν υπήρχε ήδη στον σπόρο, η προδοσία ήταν ήδη μέσα στην αφήγηση και στη διδασκαλία!

Κι αν είναι έτσι, όπως διατείνεται κατά τη δική μου ανάγνωση το Πέρασμα, τότε ο Θεός και η αγάπη, το σώμα και ο άρτος, το αίμα και ο οίνος περιέχονται το ένα στο άλλο, και δεν συμβολίζουν απλά το ένα το άλλο. Το ίδιο και ο μαθητής με το δάσκαλο.
Γι’ αυτό ο Δρακόπουλος εναλλάσσει ρόλους, πρόσωπα, σχέσεις και ύλη.

Λέει ο αφηγητής του ποιήματος, ένα από τα εναλλασσόμενα κατά τη γνώμη μας πρόσωπα του Περάσματος, στην πέμπτη κίνηση, στο ΣΠΑΘΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΑΤΙ, σελ. 20
«..
- Ξένε, Σε κατέχω
ναι, Σε κατέχω.
Είσαι αυτός που ολωσδιόλου μ' αγνοεί.
Και είναι αυτό που μας κρατάει αντίκρυ.
Αλάτι, λαλώ εγώ. Σπαθί, αντιλαλείς Εσύ.
Εκείνο που δίνεις -σωστά λες-
Είν' εκείνο που θα πάρεις.
Το αυτό!
Εγώ και εσύ.
 Εσύ και εγώ.
....»
και στη σελίδα 21, στην επόμενη κίνηση, στο ΕΝΥΠΝΙΟ, το πέρασμα εξελίσσεται περικλείοντας το απροσδόκητο της εξέλιξής του σε όλο του το μεγαλείο:

« " Ο Λάζαρος
    απροειδοποίητα
    νεκρός!"
...»

Όλα λοιπόν μεταβάλλονται και παλινδρομούν, κι εκεί βρίσκεται το πέρασμα, η ελαφράδα της ανθρώπινης συνθήκης που πρέπει όμως να σκάψεις στο περιβάλλον - το οποίο είναι ταυτόχρονα η φύση της- πολύ για νιώσεις αυτή την  ελαφράδα.
Πρέπει να πιάσεις το χώμα, την πέτρα και τη θάλασσα για να νιώσεις το πέρασμα που γεφυρώνει τα φαινόμενα και κάνει συνεκτικό και συμπαγή τον κόσμο.
Συνεκτικό στην παλινδρόμηση και συμπαγή, επειδή μπορεί να ποιηθεί από τον άνθρωπο. 

Από τον καθένα άνθρωπο, που συνειδητοποιεί την μοναξιά του, μόνο όταν αντιλαμβάνεται την ύπαρξη και των άλλων με τους οποίους συνομιλεί και μόνο όταν αντιλαμβάνεται την ενότητά του με το περιβάλλον και κατά συνέπεια την ευθραυστότητά του, στο πρώτο στραβοπάτημα.

Διαβάζουμε στην ΑΔΟΛΗ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ, στη σελίδα 18:

« Από πού όμως να περίμενε -εκείνος-
το στραβοπάτημα;
Από τα πρόσωπα 
ή μήπως από τα πράγματα;

Απευθύνθηκε στα πρόσωπα:

"΄Ελα σε μένα, Πέτρο.
Έχε πίστη.
Έχε πίστη
    και 
        διάβαινε ..."»

και συνεχίζει στον κορυφαίο, κατά την ανάγνωσή μου, στίχο

«Κι όμως -επιμένω-
τίνος στραβοπάτημα
ήταν εκείνο
που ξέβρασε τον Πέτρο
ύπτιο και μέχρι το μεδούλι υγρό
ως τον απέναντι γιαλό;

Δικό του,
του δασκάλου του
ή της θαλάσσης;»

Επομένως, η ζωή είναι ο θεατής εκείνου στο οποίο εμείς δίνουμε ζωή! Εμείς διαλέγουμε, αλλά η ζωή νοηματοδοτεί την επιλογή μας. Ανεξάρτητα από τη δική μας επιλογή, η οποία εντούτοις έχει τη σημασία της για μας.
Σελ. 17
« Κάθε ίσκιος ψήνει
το σώμα που του ανήκει εξάλλου.
Όπως ο ήλιος
το αυτό σώμα.

Διαλέγεις και παίρνεις
-τον χρόνο σου:
Ίσκιος, σώμα ή ήλιος;

Είτε έτσι, είτ’ αλλιώς,
Αν δεν λαμποκοπήσεις στο χτιστό,
για χτιστό ή για άχτιστο
δε σε λογίζουν! »

Εδώ όμως βρίσκεται το θαυμαστό μυστήριο της ανθρώπινης συνθήκης. Η δική μας επιλογή, επειδή σε μεγάλο βαθμό εμείς επινοούμε το περιβάλλον μας, άρα και την ίδια τη ζωή μας, μπορεί να αλλάξει τους όρους της συνθήκης μας. Αρκεί να  λαμποκοπήσεις.

σελ. 15

Τί θα συμβεί όμως,
αν εμφανιστεί
ένας
έστω ένας
έστω νιος
-καθώς λέμε, πατημένος
 στη τρίτη του δεκαετία-
ο οποίος θα έχει σωπάσει
την μέσα του άταφη κουστωδία,
και θα ‘χει δεμένο το αυτί του μονάχα
στο κάλεσμα της Ζωής;
Τι;»

Ξεκινώντας αυτό το κείμενο μιλήσαμε για το αδιαχώριστο στην ασύγχρονη συνάντηση ανάμεσα στην πρόθεση του ποιητή, την πρόθεση του κειμένου και την πρόθεση του αναγνώστη.

Πώς μπορώ λοιπόν, εγώ ο αναγνώστης, να αφεθώ στην αισθητική του ποιητικού έργου, όταν ούτε εγώ, ούτε η γραφή, ούτε ο ποιητής, κανείς δεν είναι παρθένος, αφού όλες και όλοι κουβαλάμε  μέσα μας την άταφη κουστωδία που δεν σωπαίνει,  είμαστε δηλαδή πλήρεις προκαταλήψεων, εμπειριών, προσδοκιών και ψευδαισθήσεων ;
Μήπως αυτό διερωτάται το πέρασμα;
Μήπως την ποιητική αισθητική την πλάθουμε με αδιαχώριστες και ανεπαίσθητες κινήσεις δίνοντας μορφή στο πέρασμά μας;

Η ποίηση του Πάνου Δρακόπουλου δεν αντιστοιχείται σε μια γλωσσική νοηματική της καθημερινότητας, την οποία η σκέψη και οι πράξεις μας, περιορισμένες στις κείμενες γλωσσικές δομές  την επινοούν. Η γλώσσα υποδέχεται και φιλοξενεί τον ποιητή, αλλά κι αυτός με τη σειρά του εντάσσει τη γλώσσα στην επικράτεια της ποίησης.
«
 …«Τι σόι πράγμα γράφεις εδωνά;»
Τον ρωτούσαν οι γέροντες …»

Το πέρασμα είναι η μετατόπιση από το ένα βήμα στο άλλο. Ο ποιητής γνωρίζει πως μπορεί να μιλήσει για την μετατόπιση, επομένως την δημιουργεί με το λόγο του. Μετατοπίζεται από δάσκαλος σε μαθητή, από νήπιο σε νεκρό και τανάπαλιν, διαρρηγνύοντας την κείμενη αντιστοίχηση της χρονικής διαδοχής στην αντίληψη της μεταβολής τόπων.

Το πέρασμα δεν ορίζεται από κάποιο σημείο αφετηρίας και κάποιο σημείο άφιξης, αυτά είναι αδιάφορα και αφηρημένα για τον Πάνο Δρακόπουλο. Το πέρασμα ορίζεται καθαυτό σαν πρώτη ύλη της ανθρώπινης συνθήκης. Ενυπάρχει στο νήπιο η σφαγή του, ενυπάρχει στον άγιο ο βασανισμός του, ενυπάρχει στον μαθητή ο δάσκαλος, ενυπάρχει η συνομιλία στον μονόλογο.

Ο Σίσυφος του Δρακόπουλου σημαίνει πολύ περισσότερα από την περιγραφή της διαδρομής του. Δεν είναι μόνο ο Σίσυφος που παλεύει την ανηφόρα, είναι και το βουνό που παλεύει τη συνθήκη του ως ανηφόρα κι ύστερα ως κατηφόρα. Το βουνό, το χώμα και η πέτρα του Δρακόπουλου,  έχει κι αυτό ψυχή, θέλει να χειραφετηθεί από την ανάγκη, θέλει ελευθερία και φοβάται τις αλλαγές των εποχών, αλλά και την ανία, την πλήξη μιας ύπαρξης χωρίς εποχές, χωρίς μεταβολές, χωρίς νόημα, χωρίς έρωτα. Φοβάται την αχρονικότητα!

Οι 7 κινήσεις του Περάσματος είναι η διάρρηξη της ψευδαίσθησης των διαχωρισμών που επιβάλλει η ανθρώπινη συνθήκη. Ο Δρακόπουλος βιώνει στο Πέρασμά του αυτή την αντιστροφή, το βρέφος βγάζει τη γλώσσα στην Ηρώδεια εξουσία, παίρνει δύναμη από τον ποιητικό λόγο, χειραφετείται μέσα του, αποδρά από την αβάσταχτη ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας. Διαβάζουμε  στη σελ.17

« Είναι η φορά των πραγμάτων
που σ’ εξωθεί
για χάριν τους
ενάντιά τους»

Τα υποκείμενα και οι πρωταγωνιστές εναλλάσσονται στο Πέρασμα του Πάνου και ανταλλάσσουν τις αγωνίες τους. Μου θύμισε τον Σεφέρη. «Όπου κι αν ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει», λέει με τον τρόπο του ο Γιώργος Σεφέρης, ενώ στη συνέχεια τα υποκείμενα του ταξιδιού εναλλάσσονται:
«..Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια
περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.»

 Όταν διαβάζουμε, ακούμε την απαγγελία μας. Ο άπιστος απαγγέλλοντας βάζει το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων δηλαδή στο αποτύπωμα, στο ίχνος των καρφιών, των πληγών.

Ο άγιος άπιστος. Τι γίνεται όμως με τις πληγές που δεν φαίνονται; Εκείνες που σβήστηκαν ή που δεν έχουν ακόμα  συμβεί; Αυτές μας αφήνει  να τις δούμε ο ποιητής, εάν αφεθούμε στην αισθητική της ποίησής του.

Ευχαριστούμε τον Πάνο Δρακόπουλο για το Πέρασμά του.



(*) Το παρόν κείμενο διαβάστηκε κατά την παρουσίαση της σύνθεσης «Πέρασμα: ποίημα σε 7 κινήσεις», στο PoemsnCrimes [Αθήνα, Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015]