Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

Η κίνηση του βιβλίου στη Ρόδο


Το περιοδικό “ΝΗΣΙΔΕΣ” σε συνεργασία με το φιλόξενο ραδιόφωνο ΛΥΧΝΑΡΙ εγκαινιάζουν ένα κύκλο διαλόγου γύρω από διάφορα θέματα που σχετίζονται με την τέχνη του λόγου και τον πολιτισμό γενικότερα. Το θέμα της σημερινής παρουσίας, της πρώτης στον κύκλο εκπομπών των “ΝΗΣΙΔΩΝ”, είναι: η κίνηση του βιβλίου στη Ρόδο στις μέρες μας.
Για το λόγο αυτό ζητήσαμε να μας μιλήσουν άνθρωποι που έχουν όχι μόνο πολύχρονη δράση, εμπειρία και γνώσεις πάνω στο θέμα. αλλά προπάντων μέσα από τη δουλειά τους έχουν δείξει έμπρακτα την αγάπη τους για το βιβλίο και έχουν συνεισφέρει στην προώθησή του στο ροδιακό κοινό και στην καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας.
Ανταποκρίθηκαν ευγενικά στην πρόσκλησή μας και συμμετείχαν στη συζήτηση η Τίτσα Πιπίνου από το βιβλιοπωλείο “Ακαδημία”, ο Λευτέρης Καβαλιέρος από το βιβλιοπωλείο “Το Δέντρο” και τέλος, ο Αντώνης Αγγελής, διευθυντής της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Ρόδου. Η συζήτηση που δημοσιεύεται στο ιστολόγιο μας αποτελεί πιστή απομαγνητοφώνηση της ραδιοφωνικής παραγωγής που βγήκε στον αέρα για πρώτη φορά το Σάββατο 6/2/2010. Ας συμπληρωθεί, πως την έντυπη μορφή των "ΝΗΣΙΔΩΝ" (2ο τεύχος) δημοσιεύθηκαν εκτενή της απόσπάσματα.

Το θέμα της συζήτησής μας επικεντρώνεται στην κίνηση του βιβλίου στη Ρόδο και θα θέλαμε να ξεκινήσουμε αμέσως με ένα γενικό εισαγωγικό ερώτημα: Ποιο είναι το δικό σας σχόλιο για την κίνηση του βιβλίου στη Ρόδο; Ποια εικόνα έχετε σχηματίσει από την προσωπική σας εμπειρία;
Τ.Π.: Σας ευχαριστώ που με καλέσατε και θα έλεγα το εξής: δε νομίζω, ότι η κίνηση του βιβλίου στη Ρόδο έχει κάποια διαφορά σε σχέση με την κίνηση του βιβλίου σε άλλα μέρη. Θα έλεγα, και νομίζω ότι κι ο Λευτέρης θα συμφωνεί με αυτό, ότι είναι αυξημένη σε σχέση με άλλες επαρχίες της Ελλάδας. Νομίζω ότι πάει καλά το βιβλίο στη Ρόδο.
Λ.Κ.: Εγώ θα έλεγα, ότι πάει καλά συγκριτικά με άλλες αντίστοιχες πόλεις της χώρας μας. Έχουμε συγκεκριμένα στοιχεία και μπορούμε να το αποδείξουμε. Όσον αφορά το θέμα των αγορών, των πωλήσεων που κάνουμε σαν βιβλιοπωλεία γενικότερα της πόλης, πιστεύω, ότι στη Ρόδο έχει γίνει μια προσπάθεια στο θέμα του βιβλίου, ίσως μεγαλύτερη από άλλες πόλεις. Θέλει όμως ακόμα πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια και καλύτερο συντονισμό και συνεργασία μεταξύ των βιβλιοπωλείων. Υπάρχει ο σύλλογος που θα μπορούσε να κάνει περισσότερα πράγματα πάνω στο βιβλίο, αλλά δυστυχώς, δεν ανταποκρίνεται στο ρόλο του και νομίζω, ότι αυτό πρέπει να το προσέξουμε ιδιαίτερα εμείς οι βιβλιοπώλες. Και πιστεύω πάλι ότι και οι συνάδελφοι -μέσα σ’ αυτούς είμαι και εγώ- πρέπει να κάνουμε πιο καλά τη δουλειά μας. Εξάλλου ας μην ξεχνάμε, ότι το βιβλίο δεν πρέπει να το βλέπουμε σαν εμπόρευμα, αλλά σαν αγαθό και είναι αγαθό. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ μας και πιστεύω, ότι μπορούμε να πάμε ακόμα καλύτερα.

Μία ερώτηση συμπληρωματική είναι, κατά πόσο αυτή η κίνηση που λέμε ότι πάει καλύτερα στη Ρόδο έχει να κάνει με την οικονομική ευμάρεια του τόπου; Ή το υπόβαθρο της είναι βαθύτερα πνευματικό;
Τ.Π.: Πιστεύω, ότι οφείλεται κυρίως στο ότι ο κόσμος έχει μια μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια. Και σαν άνθρωπος που ασχολούμαι και από μία άλλη πλευρά με το βιβλίο, πιστεύω, ότι υπάρχει ένα κοινό στη Ρόδο. Μπορεί βέβαια να είναι οι ίδιοι άνθρωποι αυτοί, υπάρχει όμως μια μαγιά. Κι είναι ένας σκληρός πυρήνας αυτός που τον βλέπεις συνήθως, με τους ίδιους και τους ίδιους ανθρώπους στις εκδηλώσεις, στις παρουσιάσεις βιβλίων, σε οτιδήποτε γίνεται και είναι κι αυτό το κοινό το οποίο παίρνει βιβλία, όχι απαραίτητα τα πιο ευπώλητα, αλλά και τα πιο ψαγμένα και τα πιο δύσκολα βιβλία. Και ανεξάρτητα πολλές φορές και από το οικονομικό τους υπόβαθρο, είναι άνθρωποι, οι οποίοι αγοράζουν βιβλία, όχι των πιο εμπορικών εκδοτών, αλλά και τα πιο ψαγμένα.

Το είδος του βιβλίου που έχει περισσότερο ζήτηση ποιο είναι;
Τ.Π.: Σ’ αυτό δεν νομίζω, ότι εξαιρούμαστε από τους υπόλοιπους. Νομίζω πάντα τα βιβλία που δεν έχουν πολλούς προβληματισμούς, τα βιβλία που διαβάζονται πάρα πολύ εύκολα και θέλει ο άλλος να πάει παρακάτω να δει τί γίνεται. Είναι γεγονός, ότι τα best seller της Ρόδου συμβαδίζουν με τα ευπώλητα βιβλία της υπόλοιπης Ελλάδας.

Για τη Δημόσια βιβλιοθήκη τώρα. Γιατί ο Λευτέρης είπε κάτι προηγουμένως: «όποιος θέλει να βρει ένα βιβλίο, θα βρει τον τρόπο θα το βρει». Και να πάμε στη βιβλιοθήκη τώρα ακριβώς εκεί που δε χρειάζεται κάποιος να πληρώσει. Να μας μεταφέρει τη δική του εμπειρία ο κ. Αγγελής σε σχέση με την κίνηση στη Δημόσια βιβλιοθήκη. Υπάρχει ενδιαφέρον και για ποιου είδους βιβλία περισσότερο; Περνάνε πολλά άτομα από τη βιβλιοθήκη;
Α.Α: Να σας πω, ότι δουλεύω 26 χρόνια στη Δημόσια βιβλιοθήκη της Ρόδου. Η κίνηση κάθε χρόνο είναι ολοένα και πιο αυξημένη, κατά ένα μικρό ποσοστό έστω. Βέβαια το κοινό που έρχεται στη βιβλιοθήκη είναι αναγκασμένο να έρχεται. Με την έννοια, ότι όταν έχουμε περισσότερους από 1000 φοιτητές στο Πανεπιστήμιο, οι εργασίες των παιδιών θα γίνουν αποκλειστικά μέσα στη βιβλιοθήκη. Πολλοί από αυτούς, όταν τελειώσουν, πιστεύω ότι δεν πολυασχολούνται. Φαίνεται, ότι είναι καθαρά δεσμευμένοι να κάνουν κάποιες εργασίες.
Εμείς παράλληλα έχουμε υποχρέωση να συγκεντρώνουμε το σύνολο της παραγωγής του τόπου. Κάποιος από οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδας που θα χρειαστεί ένα βιβλίο, μια πληροφορία για τη Ρόδο και τα Δωδεκάνησα, η πρώτη του επιλογή θα πρέπει να είναι η βιβλιοθήκη της Ρόδου και είναι. Τα τελευταία χρόνια με το site που έχουμε φτιάξει [Σημ.: http://www.rhodeslibrary.gr/] και τις ψηφιοποιήσεις του υλικού που έχουν γίνει και κάποιες άλλες προσπάθειες, το αναγνωστικό κοινό είναι πάρα πολύ μεγάλο και καθημερινά έχουμε αιτήματα από όλη την Ελλάδα για να πάρουν πληροφορίες, για να τους στείλουμε φωτοτυπίες, για να πάρουνε βοήθεια στις δουλειές που κάνουνε. Αν θέλουμε να πούμε για τους Ροδίτες που έρχονται και διαβάζουν, δεν θα διαφωνήσω με τους φίλους εδώ: εκεί είναι τα πράγματα. Τη λογοτεχνία θα αναζητήσουν περισσότερο. Αυτά που θα διαβάσουνε σε κάποια Κυριακάτικη εφημερίδα –ό,τι είναι τα best seller, ή τα ευπώλητα όπως τα λένε. Λιγότεροι θα πάρουν το καλό βιβλίο. Χρειάζεται να γίνει μια δουλειά και γενικά σε όλες αυτές τις προσπάθειες που έχουν να κάνουν με τον πολιτισμό μας, πρέπει να έχουμε και υπομονή και επιμονή και αρκετά χρήματα. Πιστεύω, ότι δεν έχουμε τίποτα από όλα αυτά.
Εκείνο που εμένα με κάνει να βλέπω, ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα, είναι κάποιες προσπάθειες που γίνονται και το ξέρουν καλύτερα οι βιβλιοπώλες κι ας μην θέλουν να το πουν: είναι ότι έχουμε καλής ποιότητας βιβλιοπωλεία στη Ρόδο. Είναι καταστήματα που μπορεί να πάει κανείς και να πάρει από τον Τσελεμεντέ μέχρι οτιδήποτε άλλο ζητήσει. Θα πάρει ένα βιβλίο που δεν θα το βρει εύκολα αλλού και μπορεί να κάνει τη δουλειά του, και υπάρχουν και άνθρωποι που μπορούν να τον βοηθήσουν και να του πούνε, θα διαβάσεις εκείνο ή θα διαβάσεις το άλλο. Αυτό είναι πάρα πολύ βασικό.
Βοηθούν επίσης και κάποιες προσπάθειες που έχουμε κάνει εμείς, στις οποίες δίνουμε πολύ μεγάλη βάση. Είναι η προσπάθεια που κάνουμε με την κινητή βιβλιοθήκη. Εκεί δημιουργούμε μια μαγιά με αναγνώστες που θα κρατήσει. Δηλαδή, όταν πηγαίνουμε σε όλα τα σχολεία που έχει το νησί της Ρόδου και μοιράζουμε βιβλία και η κίνηση είναι πολύ καλή: ένα παιδί, όταν από τα 5 από 6 χρόνια σε κάθε διάρκεια της σχολικής του χρονιάς θα διαβάσει 15 με 20 βιβλία, τα οποία βιβλία θα τα διαβάσουνε στην τάξη, γιατί πολλοί δάσκαλοι κάνουν εργασίες πάνω στα βιβλία, τα βάζουν να γράψουν μία περίληψη για το βιβλίο που διαβάσανε, ή έχουν να κάνουν μια γιορτή για την 25η Μαρτίου, κι αποφεύγουν να τους δώσουν πια αυτά τα στερεότυπα που έχουν τα σχολικά βιβλία και δίνουν στα παιδιά κάποια άλλα παράλληλα κείμενα να διαβάσουν να δούνε κάποιες άλλες πληροφορίες ή για την τοπική μας ιστορία -εκεί είναι τα πράγματα καλά. Και το αυτοκίνητο που γυρίζει στα χωριά έχει μια πολύ καλή κίνηση. Αρκεί να σας πω, ότι το διάστημα που μας πέρασε -η σχολική χρονιά δηλαδή- από τον Οκτώβριο μέχρι τον Ιούνιο, ξεπεράσαμε τις 18.000 βιβλία που δανείστηκαν τα παιδιά. Στα σχολεία της υπαίθρου. Αυτός είναι ένα καλός αριθμός, που σημαίνει, ότι το κάθε παιδί τουλάχιστον διάβασε γύρω στα 4 βιβλία.
Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε κι ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δε βοηθάει να διαβάσουνε όσο το επιθυμούν οι μαθητές. Διαβάζουν πολύ στους παιδικούς σταθμούς που πάνε, διαβάζουν στα Νηπιαγωγεία, διαβάζουν στα Δημοτικά πάρα πολύ, διαβάζουν στο Γυμνάσιο, αλλά στο Λύκειο δεν διαβάζουν καθόλου! Εκεί, στο Λύκειο, τα πράγματα είναι δραματικά. Δεν διαβάζει κανείς, δεν μπορεί να διαβάσει, δεν τον αφήνουν.
Τ.Π: Και από τη δικιά μας εποχή περίπου έτσι ήταν τα πράγματα. Τουλάχιστον προσωπικά, όπως το βίωσα εγώ. Διάβαζα στο Δημοτικό, διάβαζα στο Γυμνάσιο. Όχι όμως, όταν ήμουν στις τρεις τελευταίες τάξεις στο εξατάξιο Γυμνάσιο. Εξάλλου νομίζω, ότι ίσχυε το σύστημα από τότε. Τα είχα παρατήσει, αν και ήμουν άνθρωπος που διάβαζα πάρα πολύ.
Α.Α: Πιστεύω, ότι τότε είχαμε πολύ περισσότερο ελεύθερο χρόνο
Τ.Π.: Είχαμε σίγουρα. Βλέπω τη διαφορά από τότε μέχρι τώρα. Βλέπω, ότι αρκετοί γονείς παροτρύνουν τα παιδιά τους και τους παίρνουν βιβλία. Μην ξεχνάμε, ότι τότε τα διαθέσιμα βιβλία ήταν πάρα πολύ λίγα. Και πήγαινες στα 1-2 βιβλιοπωλεία της Ρόδου που κι εκείνοι οι άνθρωποι έκαναν πολύ μεγάλη προσπάθεια για να υπάρχουν 10 τίτλοι κλασικών βιβλίων που να μπορούν να αγοράσουν οι νέοι. Δηλαδή μόνο Ντίκενς, Μαρκ Τουέιν και τα παρόμοια έβρισκες. Τώρα ένα παιδί έχει τεράστια γκάμα επιλογών.
Λ.Κ.: Το αντιφατικό που γίνεται στην όλη ιστορία είναι το εξής: Τα τελευταία 10 χρόνια σπουδάζει τόσο πολύ και διαβάζει τόσο λίγο σε σχέση με τις σπουδές. Πάντως εγώ θυμάμαι, πριν 30 χρόνια, δεν μπορούσες να πάς σε μια παρέα αδιάβαστος. Ήταν δύσκολα. Υπήρχε ιδεολογία. Άσχετα ποια ιδεολογία ήταν. Έπρεπε να διαβάσεις. Ήθελες, δεν ήθελες, θα διάβαζες εξωσχολικό βιβλίο. Δεν πάει να ήσουνα 2α Λυκείου, 3η Λυκείου, αν έμπαινες σε μία παρέα και ήσουν αδιάβαστος, αν δεν ήξερες δηλαδή Ελύτη, αν δεν ήξερες Ρίτσο, αν δεν ήξερες το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού κόμματος, κτλ., ήσουν απορριπτέος! Έπρεπε να διαβάσεις. Δημιουργούνταν αυτή η τάση μέσα από την Αριστερά, αν θέλεις… Η αριστερά έχει τεράστια ευθύνη για πολλά πράγματα. Η πιο μεγάλη όμως ευθύνη που έχει είναι για την κατάντια αυτής της χώρας και μέσα στα πανεπιστήμια και μέσα στα σχολεία και με το βιβλίο ακόμα. Το βιβλίο σήμερα περνάει μια κρίση, για μένα, άσχετα με τις πωλήσεις. Όλοι είμαστε ευχαριστημένοι, πουλήσαμε, κάναμε ταμείο… Περνάει, ωστόσο, κρίση.

Που την εστιάζεις την κρίση;
Λ.Κ.: Το βιβλίο είναι ιδεολογικό όπλο για όλους. Και για το Χίτλερ ήτανε και για το Στάλιν ήταν και για το Λένιν ήταν, για οποιονδήποτε. Είτε για το καλό είτε για το κακό. Το ιδεολογικό όπλο αυτό λοιπόν που όπλιζε και δημιουργούσε επαναστάτες μέσα στην καθημερινή ζωή -δεν λέω για πολιτικούς επαναστάτες, επαναστάτες μέσα στην καθημερινότητα- δεν λειτουργεί πια έτσι. Εδώ έχουμε πρόβλημα. Ο νέος πρέπει να είναι επαναστάτης, από τη φύση του. Από τη στιγμή που το βιβλίο έπαψε να είναι -και γι αυτό ευθύνεται και η οικογένεια, βεβαίως, ευθύνεται και το σχολείο ασφαλώς, ευθυνόμαστε όλοι μαζί- έπαψε να είναι όπλο επαναστατικό για τη νεολαία, και καταλαβαίνετε πως την εννοώ την “επανάσταση”, αναπόφευκτα το βιβλίο γίνεται πια όπλο ένταξης. Γι’αυτό βλέπεις ότι γίνεται σήμερα διαδήλωση και δεν είναι διαδήλωση για να αλλάξουμε τα κακώς κείμενα αλλά για να ενταχθούμε στο σύστημα! Να πάρω κι εγώ από το σύστημα, να γίνω κι εγώ δημόσιος υπάλληλος, να μπω κι εγώ μέσα. Κατάλαβες ποια είναι η διαφορά; Αυτό το παιδί που θέλει να μπει μες στο σύστημα δεν έχει ανάγκη να διαβάσει εξωσχολικά βιβλία, πρέπει να διαβάσει τα σχολικά βιβλία. Να πάρει καλούς βαθμούς, να πάρει πτυχία, μετά να τρέχει μέχρι τα 30 του να πάρει μεταπτυχιακά. Μπας και μπει, μπας και το ελληνικό κράτος του κάνει την τιμή. Εδώ έχουμε πρόβλημα, πολύ μεγάλο πρόβλημα και πρέπει να αναλάβουμε τις ευθύνες μας.

Είναι ενδιαφέρον αυτό που λέτε. Όλες αυτές οι περίοδοι που αναπολείτε ανήκουν σε μια προτηλεοπτική εποχή….
Τ.Π.: Οι δεκαετίες αυτές συνιστούσαν σίγουρα μια “προτηλεοπτική εποχή”. Η γενιά η δικιά μου όταν ήταν σε μία παρέα, έπρεπε να ξέρει και για μουσική να μιλήσει και για βιβλίο. Και ήμασταν άνθρωποι τουλάχιστον αυτοί που ήξερα εγώ που τον Ντοστογιέφσκι τον διαβάζαμε -ανεξάρτητα αν δεν τον καταλαβαίναμε γιατί δεν είχαμε την εμπειρία ζωής. Το μυαλό πιστεύω το ‘χαμε, εμπειρία ζωής δεν είχαμε ακόμα στα 15, στα 16 και στα 17, να καταλάβουμε σε βάθος το Ντοστογιέφσκι, τον Μπαλζάκ ή οποιονδήποτε, αλλά τον διαβάζαμε. Τώρα είναι όλα προκαθορισμένα. Δηλαδή το παιδί διαβάζει το τάδε βιβλιο από 8 έως 12, μετά το δείνα βιβλίο από 12 έως 16. Εμείς διαβάζαμε κλασικούς. Δεν υπήρχε αυτός ο διαχωρισμός. Όταν ήμουν εγώ στην εφηβεία δηλαδή, μέχρι και το Δάντη τον διάβαζα τότε.
Λ.Κ.: Στο νεανικό βιβλίο έχουμε τεράστιο πρόβλημα. Ενώ πάμε πολύ καλά στο παιδικό, στα παραμύθια. Έχουμε παραμυθάδες στην Ελλάδα, πολύ καλούς παραμυθάδες, ιδιαίτερα από την επαρχία. Θες Καρδίτσα, Θεσσαλία, Ήπειρο, Κρήτη. Έχουμε πολύ καλούς παραμυθάδες που έχουν να σου πουν πράγματα. Και εικονογράφους θαυμάσιους, εξαιρετικούς για ηλικίες από 9 χρονών και πάνω. Και οι διαχωρισμοί που έχουν κάνει οι εκδότες, αν δεις τις εκδόσεις και τα βιβλία που έχουν πουλήσει το καθένα, είναι από 40.000, 50.000 το καθένα: 30η έκδοση… 50η έκδοση! Γράφουν βιβλία μέσα σε έξι μήνες, ή σε 3 μήνες ή σε μία εβδομάδα, έχουν μια συνταγή για τα παιδιά και εξαπατούν τον κόσμο. Εδώ κοροϊδεύουμε κι εμείς πια τον κόσμο, τα ίδια τα βιβλιοπωλεία!

Τα ευπώλητα της προηγούμενης 10ετίας σήμερα τί παρουσία έχουν; “Οι μάγισσες της Σμύρνης” λ.χ. και “Τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά”;
Τ.Π.: “Τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά” ήταν και καλό βιβλίο!
Ποιο από τα δύο διατηρεί την αναγνωσιμότητα του;
Τ.Π.: Κανένα.
Α.Α: Το βιβλίο ήτανε καλό ή το σενάριο; Εγώ νομίζω, ότι το σενάριο ήταν πιο κάλο.
Λ.Κ.: Όχι ο Μουρσελάς είναι καλός, κι εγώ συμφωνώ. “Οι μάγισσες της Σμύρνης” έχουν εξαφανισθεί. Ούτε τα επόμενά της πούλησαν. Ο “Ιούδας”! Ο “Ιούδας” είναι εξαφανισμένο, ας πούμε. Έχουν δημιουργήσει παρ’ όλα αυτά ένα ρεύμα που πάρα πολλοί το μιμήθηκαν. Αλλά, τελικά, ήταν το πρώτο που “πούλησε”.

Η κίνηση των κλασικών έργων ποιά είναι; Το αφήσαμε λίγο σε εκκρεμότητα νωρίτερα. Ποιο είναι το σχόλιο σας;
Λ.Κ. Φέρνω του Εξάντα, όλη τη σειρά. Ο Εξάντας έχει μία καταπληκτική σειρά με κλασικούς. Την λεγόμενη “άσπρη σειρά”: αυτή που έχει 56 τόμους. Και για την οποία πλήρωσα και ένα ποσό σημαντικότατο. Είναι 4 χρόνια που έχω το καινούριο βιβλιοπωλείο. Αν έχω δώσει 20-30 βιβλία, είναι ζήτημα. Δεν κάνεις δουλειά, εμπορικά τουλάχιστον. Αλλά χαίρομαι πάρα πολύ που υπάρχουν έστω και 20 άνθρωποι, αλλά και που τα ‘χω κι εγώ. Έχω μια σειρά από κλασικά βιβλία στο βιβλιοπωλείο που χαίρομαι, γιατί τα ‘χω. Και λυπάμαι πολύ που δεν υπάρχει ανταπόκριση.
Χαίρεσαι, όταν τα δίνεις βέβαια…
Λ.Κ.: Μα δεν υπάρχει κοινό. Το κοινό είναι ελάχιστο.
Α.Α: Δεν πάει καλά και η κριτική του βιβλίου. Παλιά υπήρχε μια ελεύθερη και πολύ δραστήρια κρίση.
Τ.Π.: Στις μέρες μας υπάρχει μια διαπλοκή. Το γνωρίζουμε όλοι.
Α.Α: Σε όποια εκδήλωση κι αν πάς, όποια εφημερίδα αν διαβάσεις, έχεις την εντύπωση, ότι έχεις μπροστά σου ένα αριστούργημα.
Λ.Κ.: Να ‘ναι καλά και η κάθε συγγραφέας που πουλάει 1000 βιβλία στην έκδοσή της και μας κρατάει -τα βιβλιοπωλεία εννοώ-, γιατί αλίμονο αν δεν την είχαμε κι αυτήν, η οποία κρατάει και τους εκδότες. Από ένα φιλότιμο ξεκινήσαμε ή από μια μανία και μια αρρώστια, αλλά θέλαμε να τα κρατήσουμε κιόλας. Ευτυχώς υπάρχουν κάθε χρόνο 5-10 συγγραφείς από εμπορική πλευρά και κρατάνε τα βιβλιοπωλεία, γιατί αν περιμέναμε από τον Μπαλζάκ, καήκαμε!

Ένα άλλο θέμα που πάλι έχει να κάνει με τα χρήματα είναι αυτό που διαπιστώσαμε νωρίτερα: το κατά πόσο δηλαδή ο αναγνώστης, ακόμα και να θέλει, μπορεί πάντα να αγοράσει κάποια βιβλία.
Τ.Π.: Μα το φοβερό είναι, ότι πολλές φορές σκέφτομαι και λέω με 10-20 €, μπορείς να πάρεις Μάρκες, ή να πάρεις Ντοστογιέφσκι. Και με τα ίδια χρήματα να δώσεις και να πάρεις -να μην πω όνομα καλύτερα- να πάρεις κάτι άλλο… Και προτιμάνε το άλλο! Το άλλο όμως, είναι ένα βιβλίο που θα το διαβάσουνε και δεν θα το θυμούνται με το που θα το κλείσουνε. Και δεν παίρνουν τον Μπαλζάκ, δεν παίρνουν τον Μάρκες.
Λ.Κ.: Θέλω να ‘μαστε όσο μπορούμε προσεκτικοί. Ένα βιβλίο που πουλάει, 200.000 - 300.000 αντίτυπα άνθρωποι το διαβάσανε: ούτε βλάκες είναι, ούτε χαζοί. Διάβασαν αυτό το βιβλίο, τί να κάνουμε; Και διαβάστηκε και ζητήθηκε και το 2ο της τάδε σειράς και το τρίτο. Και όλα μαζί έφυγαν τα βιβλία. Διαβάζονται, γιατί ζητάνε και το επόμενο και το προηγούμενο.

Έχεις δίκιο, Λευτέρη, τώρα θυμάμαι μια συγγραφέας “των ευπώλητων” όπως λέμε, σχεδιάζει και δημοσιεύει ‘τριλογίες’…
Λ.Κ.: Δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Το ζήτημα είναι το εξής: Ένα οργανωμένο βιβλιοπωλείο που έχει πολλούς χώρους να κινηθεί, τι πρέπει να έχει; Το παιδικό του βιβλίο να είναι καλά οργανωμένο, από 6 μηνών μέχρι 12, 15 χρονών. Το δοκίμιο καλά οργανωμένο, η κλασική λογοτεχνία, καλά οργανωμένη, όλοι αυτοί οι χώροι γενικότερα να είναι οργανωμένοι. Δεν έχει ανάγκη το best seller σαν βιβλιοπωλείο. Θέλω να πω, ότι υπάρχουν μέρες που όλο αυτό το βιβλίο που λέμε το λαϊκό, το ευπώλητο, το best seller, δεν είναι ούτε το 5% μιας είσπραξης που μπορεί να κάνει ένα καλά οργανωμένο βιβλιοπωλείο. Αυτό να το πάρουν χαμπάρι τα βιβλιοπωλεία και να ξέρουμε τί λέμε και τί γίνεται, και να μην υποτιμούμε κάποια πράγματα. Ακόμα και το best seller ας υπάρχει, θα υπάρχει πάντα. Είτε μας ενδιαφέρει, ή δεν μας ενδιαφέρει, είτε το συμπαθούμε, είτε δεν το συμπαθούμε: αυτό μια ζωή θα υπάρχει. Το λοιπόν, καλώς και υπάρχει.
Τ.Π.: Και οι εκδότες είναι υποχρεωμένοι να βγάζουνε 50 βιβλία, ας πούμε, το χρόνο. Αν πιάσει το ένα ή τα δύο απ’ αυτά, δεν το γνωρίζουν και αυτοί εκ των προτέρων, νομίζω.
Λ.Κ.: Ουδείς αναμάρτητος. Έχουμε κάνει πολλές “αμαρτίες”. “Αμαρτίες” σε εισαγωγικά. Όχι κανένα έγκλημα. Υπάρχουν στην Αθήνα βιβλιοπωλεία. τα οποία έχουν κλειστεί στους τοίχους τους, έχουν ειδικευτεί, γιατί υπάρχουν οι αλυσίδες κτλ και διαφοροποιούνται οι άνθρωποι και λένε, ότι εμείς δεν θέλουμε το best seller. Εμείς δεν έχουμε αυτή την πολυτέλεια. Εκεί μπορείς να πεις, ότι έχουμε κάνει και την “αμαρτία μας”, που δεν είναι αμαρτία: Ότι κυνηγήσαμε κι εμείς το best seller. Το προωθήσαμε κι εμείς το best seller. Μας ενδιέφερε, να υπάρχουν κάθε χρόνο 10 best seller, θέλεις η ανασφάλεια μας να κρατήσουμε τις επιχειρήσεις μας, θέλεις το ένα θέλεις το άλλο, γιατί αυτό ήθελε ο κόσμος; Κι εμείς συμβάλαμε.

Κα Πιπίνου, θέλουμε το σχόλιο σας όσον αφορά την εντυπωσιακή ανάπτυξη του κλάδου του παιδικού βιβλίου. Υπακούει, κατά τη γνώμη σας, σε εμπορικά ή ποιοτικά κριτήρια; Και τί παρατηρείτε, τα παιδιά στη Ρόδο διαβάζουν; Και τί;
Τ.Π.: Θα σας έλεγα, ότι όταν είναι μικρά τα παιδιά, επειδή καθοδηγούνται από τους γονείς, βλέπω τους γονείς να ενδιαφέρονται να βάλουν τα παιδιά τους σ’ αυτά τα κανάλια του βιβλίου. Κάποιοι τα καταφέρνουν, κάποιοι όχι. Δεν ξέρω ο γονιός μέχρι ποιού σημείου μπορεί να σπρώξει το παιδί του να διαβάζει. Είναι στο παιδί. Από ένα σημείο και μετά, όταν πάνε στην εφηβεία -αυτό που λέγαμε και πριν- το παιδί και λόγω χρόνου και λόγω συστήματος, ίσως και λίγο λόγω αδιαφορίας, αρχίζει πια και δεν ενδιαφέρεται πολύ για το βιβλίο.

Είναι και η παπαγαλία, ένας ιός που αποδυναμώνει τη δίψα του παιδιού σε σχέση με το βιβλίο.
Τ.Π.: Είναι αυτό το θέμα που είπαμε, ότι μπαίνει σ’ αυτό το δρόμο. Δηλαδή θα διαβάσει και θα τα ξεχάσει. Απλά θέλει να τα χρησιμοποιήσει μέχρι τη στιγμή που θα δώσει εξετάσεις αυτά τα μαθήματα και τελείωσε. Αυτή είναι και η στείρα γνώση.

Κε Αγγελή, επ’ ευκαιρία, όντως εμείς ως δάσκαλοι, επιβεβαιώνουμε το σπουδαίο έργο που έχει επιτελέσει η δημόσια βιβλιοθήκη στο θέμα του κινητού παραρτήματος της. Το επιβεβαιώνουμε ως εκπαιδευτικοί που έχουμε εργασθεί και σε σχολεία εκτός του Δήμου Ροδίων, ότι κινείται σε μέρη που τα παιδιά προσδοκούν να έρθει κάθε μήνα αυτό το βανάκι με τους χιλιάδες τίτλους. Το επιβεβαιώνουν και τα στατιστικά που αναφερθήκατε νωρίτερα. Το ερώτημα είναι: το καλοκαίρι τα ίδια παιδιά που δεν τα επισκέπτεται η κινητή βιβλιοθήκη, έρχονται σε εσάς, έστω μερικά από αυτά; Δανείζονται, δημιουργούνται αναγνώστες -όχι όμως, της υποχρεωτικής ανάγνωσης;
Α.Α: Έρχονται. Μα και στο σχολείο, αν διαβάζουνε, διαβάζουνε, επειδή δεν είναι υποχρεωτικό. Μπαίνουνε μέσα και παίρνουνε ένα βιβλίο.

Ας υποθέσουμε, ότι εν τη αύτη περιπτώσει, τους εξωθεί μια κατάσταση. Είτε είναι μια ατμόσφαιρα στην τάξη, είτε ένας εκπαιδευτικός…
Α: Στην Κρητηνία είναι ένα σχολείο με 2 ή 3 εκπαιδευτικούς που έχει 8-9 μαθητές και ένα νηπιαγωγείο με 5-6 παιδάκια. Κάθε 20 μέρες δανείζονται 30 βιβλία: ο αριθμός είναι τεράστιος: τί αναλογεί δηλαδή, στο κάθε παιδί. Άμα τους πείτε σαν δάσκαλοι πάρε αυτό το βιβλίο και να το πάρει, δε θα το διαβάσει. Το παίρνει, επειδή τους αρέσει, το ξεφυλλίζει. Κάποιοι από αυτούς λοιπόν, συνεχίζουν κι έρχονται. Εκεί που βλέπεις τη διαφορά είναι, όταν πάνε στο Γυμνάσιο, εξακολουθούνε κι έρχονται. (Στο Λύκειο, όμως είπαμε τους λόγους που τα πράγματα ανατρέπονται.) Κι αυτό είναι καλό, γιατί δημιουργείται μια μαγιά από αναγνώστες. Και να το πούμε κι αλλιώς, αν δεν υπήρχε το αυτοκίνητο, αυτά τα παιδιά που ζούνε εκεί, δεν θα παίρνανε ποτέ βιβλία.
O κανόνας είναι, όσον αφορά το ποσοτικό μέρος αυτής της δραστηρότητας, ο εξής: Όσο πιο κοντά είναι προς την πόλη της Ρόδου τόσο λιγότερα βιβλία δανείζουμε. Όσο πάμε μακριά, τόσο περισσότερα βιβλία δανείζουμε!
(….) Πάντως έχουν γίνει ορισμένες σχολικές βιβλιοθήκες στο νομό Δωδεκανήσου. Η ιστορία τελείωσε το 2004, αν δεν κάνω λάθος: 17 σχολικές βιβλιοθήκες οργανωμένες. Έχουν γίνει. Μπορείτε να πάτε στα Τριάντα στο Γυμνάσιο, στην Αστυπάλαια, μπορείτε να πάτε στο Λύκειο Αφάντου, με κατάλογο πολύ καλά ενημερωμένο. Δουλέψαμε εμείς οι συνάδελφοι που ήμασταν στις Δημόσιες βιβλιοθήκες και κάναμε έναν πολύ καλό κατάλογο και τραβήξαμε και τα μύρια όσα, γιατί μέχρι στα δικαστήρια μας πήγανε οι εκδότες… Γιατί φωνασκούσαν: το δικό μου βιβλίο και όχι του άλλου. Μπήκανε κάποια βιβλία, αυτά που νομίζαμε κατάλληλα, αυτά που ξέραμε, ότι θα αρέσανε. Εδώ όμως οι εκπαιδευτικοί κάνανε ένα λάθος. Λειτουργήσανε συντεχνιακά. Είπαμε, ότι δεν θα τη δουλεύει τη βιβλιοθήκη, ούτε ο δάσκαλος, ούτε ο φιλόλογος, -δεν είναι δουλειά του αυτή-, να πάρετε ένα βιβλιοθηκονόμο και θα δουλεύει η βιβλιοθήκη μόλις κλείνει το σχολείο μέχρι τις 9 το βράδυ. Τώρα λοιπόν. δουλεύει με έναν εκπαιδευτικό, ο οποίος για να κλείσει η επετηρίδα και να διοριστεί κι αυτός, ανέλαβε να κάνει αυτό το ρόλο. Και στην ουσία έχει το παιδάκι το χρόνο να πάει, στα 17 αυτά σχολεία, μόνο στο διάλειμμα! Μα δε θα πάει όμως, στο διάλειμμα. Μπορεί επίσης, να είναι στη γειτονιά του ανοιχτή η βιβλιοθήκη και αυτός να παίζει ηλεκτρονικά.
Τ.Π.: Εγώ θα ήθελα να συμπληρώσω και κάτι άλλο. Δε νομίζω, ότι φταίει πάντα το βιβλίο, εγώ πιστεύω, ότι είναι ο τρόπος που διδάσκεται. Δηλαδή, δεν μπορεί να παίρνεις ένα λογοτεχνικό κείμενο, ένα απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα ή από ένα διήγημα, να το εντάσσεις στο σχολικό βιβλίο κι από κει και πέρα να βάζεις το παιδί να το κάνει φύλλο και φτερό. Μα ούτε κι ο συγγραφέας του δεν το κάνει αυτό!

Μπήκε και στην έκθεση φέτος όσον αφορά τις Πανελλαδικές το θέμα του καμένου βιβλίου…
Λ.Κ.: Όχι καμένο βιβλίο: τα σκίζουμε τα κείμενα και τα πετάμε! Θυμάσαι τον “Κύκλο των χαμένων ποιητών”; Δεν προσφέρουν τίποτα στα παιδιά, τα κείμενα τίποτα. Φτιάξε βιβλιοθήκες. Με τα λεφτά που τυπώνεις τα βιβλία θα φτιάξεις βιβλιοθήκες! Άμα σου λέω βιβλιοθήκες, όχι αυτές οι κοροϊδίες που φτιάχνουν στα σχολεία, κάναμε τρία ράφια και είναι βιβλιοθήκη. Φτιάξε χώρους βιβλιοθηκών. Αφού φτιάξεις χώρους βιβλιοθηκών με τα λεφτά που τυπώνεις τα βιβλία που διδάσκουν οι φιλόλογοι, αφού φτιάξεις βιβλιοθήκες, οργανωμένες βιβλιοθήκες, ωραίες βιβλιοθήκες με τα τραπεζάκια τους, τη μουσική, τότε δημιούργησε αναγνώστες και ξαναφέρε τα βιβλία, τα κείμενα. Να δημιουργήσεις στο παιδί την περιέργεια, τί σημαίνει λογοτεχνία και την αξία της λογοτεχνίας. Δεν είναι δυνατόν για το ελληνικό σχολείο να ξοδεύει τόσα χρήματα και να μην μπορεί να βγάλει ούτε ένα αναγνώστη. Είναι έγκλημα για τη χώρα.

Ας περάσουμε τώρα στο θέμα της σχέσης του βιβλίου με τις νέες τεχνολογίες. Πως βλέπετε να εξελίσσεται το θέμα του ηλεκτρονικού βιβλίου καταρχήν; Ήδη στην Αθήνα κάποιοι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι έχουν λανσάρει τις πρώτες για την ελληνική γλώσσα ηλεκτρονικές συσκευές ανάγνωσης. Ο Καστανιώτης μάλιστα προσφέρει με την αγορά στο διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 300 ευρώ και κάποια βιβλία Ελλήνων συγγραφέων του σε ηλεκτρονική μορφή ως δώρο. Βλέπετε να προχωράει στην Ελλάδα το ηλεκτρονικό βιβλίο;
Τ.Π.: Δεν είμαι υπέρ του ηλεκτρονικού βιβλίου, γιατί το βιβλίο είναι αυτό που έχουμε συνηθίσει: είναι η μυρωδιά του, είναι η υφή του, δηλαδή το να πιάσεις το χαρτί, να δεις το εξώφυλλο. Έπειτα, δεν είναι και πρακτικό το ηλεκτρονικό. Δεν μπορείς να το πάρεις εύκολα αυτό το πράγμα, να το κουβαλήσεις μαζί σου. Γιατί είναι πάρα πολύ ακριβό. Το γνωρίζω, ότι ο Καστανιώτης έχει βγάλει ένα ηλεκτρονικό βιβλίο με 300 τίτλους συν 10 Ελλήνων δωρεάν. Οι 300 είναι κλασικά, οι οποίοι δεν έχουν και δικαιώματα. Αυτό είναι μια πατέντα, η οποία μπορεί να του στοιχίσει 10 € και να το πουλάει 300€. Δεν είμαι σίγουρη αν θα πιάσει ή δε θα πιάσει. Δεν το γνωρίζω. Δεν ξέρω στο μέλλον τι θα κάνει στην Ελλάδα: δεν μπορώ να το πω.
Λ.Κ.: Εγώ είμαι παραδοσιακός. Ζω στην εποχή των παγετώνων στο θέμα του βιβλίου! Θα παραμείνω εκεί. Δεν με ενδιαφέρει. Δεν ασχολούμαι καθόλου. Όποιος έχει απολαύσει το βιβλίο, έτσι όπως είναι το βιβλίο, δεν θα ασχοληθεί, θα μισήσει αυτό που λέμε ηλεκτρονικό βιβλίο. Όποιος δεν έχει απολαύσει το βιβλίο, ασφαλώς και θα πάει εκεί: απλά δεν θα μάθει τη χαρά.

Ούτως ή άλλως το παιδί σήμερα ζει σε ένα κόσμο που κάθε χρόνο εκδίδονται 10.000 νέοι τίτλοι βιβλίου. Άρα υπάρχουν βιβλία γύρω του. Δεύτερον, βλέπουμε, ότι τα παιδιά έχουν μια φοβερή εξοικείωση με τα κινητά, το πόσο γρήγορα γράφουνε και μάλιστα έχει αλλάξει και η γλώσσα μέσα από τη γραφή των κινητών, θέλουμε, δε θέλουμε, μας αρέσει, δεν μας αρέσει. Άρα με αυτή τη λογική είναι πολύ πιθανό σε 10 χρόνια κι εσύ στο βιβλιοπωλείο να αναγκαστείς από τις καταστάσεις ως έμπορος να το πουλήσεις, ως βιβλιοπώλης.
Λ.Κ.: Ως βιβλιοπώλης θα το πουλήσω -δεν είναι θέμα.
Α.Α: Μας αρέσει, δεν μας αρέσει, τα πράγματα θα πάνε εκεί, κι εγώ πιστεύω θα ‘ναι προς καλύτερο και θα έχουμε ένα καλό εργαλείο στα χέρια μας. Κι ένα καθαρά επιστημονικό βιβλίο, αν πάρει κάποιος και του δώσεις το βιβλίο, για να το διαβάσει, μπορεί να δυσκολευτεί. Ενώ με ένα ηλεκτρονικό βιβλίο, μπορεί να βρει αμέσως το κομμάτι που θέλει της συγκεκριμένης δουλειάς.

Το ότι η Εθνική βιβλιοθήκη έχει καταφέρει και έχει ψηφιοποιήσει τεράστιο υλικό και είναι ελεύθερες στο διαδίκτυο ένα σωρό εφημερίδες και μπορείς όποια ώρα θες από το σπίτι σου να τις διαβάσεις, να βρεις να τις εκτυπώσεις, αυτό είναι πολύ καλό.
Η ψηφιακή κοινοκτημοσύνη, έχει κι αυτή τη δική της αξία. Πρόσφατα μάλιστα, κυκλοφόρησε στον τύπο και η είδηση για μια εκδοτική μηχανή στην όποια βάζεις το κείμενο σου σε ψηφιακή μορφή και το τυπώνει ηλεκτρονικά σε όσα αντίτυπα θέλεις σε μια πολύ οικονομική πρόταση. Μήπως τελικά εφόσον ο καθένας μπορεί να δημοσιεύει τα κείμενα του δωρεάν και ελεύθερα στο διαδίκτυο είτε ακόμα να αξιοποιεί τη χρήση τέτοιων εκδοτικών μηχανών σιγά σιγά κινδυνεύει και ο θεσμός των εκδοτών με όλα τα καλά και τα κακά που περιλαμβάνει αυτός από την εφεύρεση της τυπογραφίας μέχρι σήμερα;
Τ.Π.: Καταρχήν το ότι ο καθένας βάζει στο διαδίκτυο ό,τι κείμενο θέλει, αυτό υπάρχει δεν είναι κάτι καινούριο. Οπότε λοιπόν ο καθένας δημοσιεύει ό,τι θέλει. Το δεύτερο, ότι αν αλλάζει τα πράγματα στο εκδοτικό, δεν τα αλλάζει, γιατί υπάρχει η διακίνηση του βιβλίου κι αυτό είναι το πιο σημαντικό. Οπότε πρέπει να υπάρχει ένας εκδότης, για να υποστηρίξει το βιβλίο στη διακίνησή του. Να πάω εγώ να βάλω στο μηχάνημα τη δισκέτα και να μου το βγάλει σε 100 – 200 αντίτυπα, τα οποία θα τα χαρίσω στους φίλους μου, αυτό θα γίνει. Από κει και πέρα πρέπει να υπάρχει ένα εκδότης να διακινήσει το βιβλίο και να κάνει όλη αυτή τη δουλειά που χρειάζεται. Δεν νομίζω, ότι αλλάζει λοιπόν.

Θυμάστε τον τόπο εδώ πριν από την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Ποια ήταν η κίνηση τότε σε σύγκριση με τώρα; Σήμερα ξεπερνάει τους χίλιους ενεργούς φοιτητές. Τι είδατε σ’ αυτή τη δεκαετία να αλλάζει; Νομίζω, ότι το τμήμα δασκάλων και νηπιαγωγών ξεκίνησε να λειτουργεί το ‘89. Συντέλεσε αυτό σε μία άλλη πολιτιστική κίνηση στο νησί της Ρόδου;
Λ.Κ: Όχι, καθόλου. Τίποτα. Οι φοιτητές πέρα από τα βιβλία που τους υποδεικνύουν για τις εργασίες τους οι καθηγητές, δε ζητάνε άλλα βιβλία. Μόνο ό,τι υπάρχει στη λίστα για την εργασία.
Α.Α: Μέσα στα χίλια παιδιά να το ξεκαθαρίσουμε, κι εγώ νομίζω αυτό γινόταν πάντα, θα υπάρχουν και είκοσι που έχουν ενδιαφέροντα, που ασχολούνται και προχωράνε.

Σε σχέση με τις τοπικές εκδόσεις να μας πείτε πώς βλέπετε να κινούνται; Τί είδους βιβλία εκδίδονται, πώς διανέμονται και αν υπάρχει ενδιαφέρον γι’ αυτά.
Τ.Π: Δεν γίνονται από εκδότες, γίνονται από τυπογραφεία, ή από φορείς. Γιατί υπάρχουν ντόπιοι, οι οποίοι εκδίδονται στην Αθήνα από εκδότες: δεν μιλάμε γι’ αυτά. Μιλάμε για βιβλία λογοτεχνίας, γενικότερα ποίησης ή πεζογραφίας πού εκδίδονται σε τυπογραφεία της Ρόδου. Δυστυχώς, εκεί υπάρχει ένα πρόβλημα. Αν δεν έχει διανομή καταρχήν, θα δοθούνε χέρι χέρι σε μερικά βιβλιοπωλεία, θα πάνε οι άνθρωποι και θα δώσουν τα βιβλία τους, στη βιβλιοθήκη -θα αφήσουνε κάποια-, στις βιβλιοθήκες γενικότερα κτλ. Υπάρχει ένα πρόβλημα, Δεν έχουν ευρύτερη διάθεση αυτά τα βιβλία. Θα πάνε όσο πάνε σε αυτά τα βιβλιοπωλεία, τα 3, 4, 5, όσα θα δώσουνε εν πάσει περιπτώσει και αυτό είναι όλο.

Άρα υπάρχει πρόβλημα διανομής…
Τ.Π. Σαφώς υπάρχει. Εκεί είναι το πρόβλημα.

Θα μπορούσε να είναι βιώσιμος ένας εκδοτικός οίκος στην επαρχία; Ας πούμε στη Ρόδο;
Τ.Π.: Εγώ δε νομίζω, ότι θα μπορούσε!
Λ.Κ.: Εγώ πιστεύω ότι μπορεί, και όχι μόνο βιώσιμος, αλλά κερδοφόρος και πολύ καλή επιχείρηση! Αν το δεις επιχειρηματικά. Να πεις, ότι αυτή θέλω να είναι η δουλειά μου, όπως είναι του Αθηναίου εκδότη.

Τότε γιατί αυτή η συγκέντρωση στην Αθήνα. Έχεις κάποιος σημείο αναφοράς ή κάποια πόλη που να έχει δουλέψει;
Λ.Κ.: Όχι, καμία πόλη
Τ.Π. Μα δεν υπάρχει δυναμικό που να στηρίξει ένα οίκο…
Λ.Κ.: Υπάρχει.
Τ.Π: Τόσο δυναμικό που να έχει παραγωγή;
Λ.Κ.: Μπορεί να έχει παραγωγή και πωλήσεις.
Τ.Π.: Η κίνηση είναι πάρα πολύ περιορισμένη σε ένα τόπο σαν τη Ρόδο και σε βιβλία και σε περιοδικά και σε όλα, δυστυχώς!

Κλείνοντας μια ερώτηση από τον “συνήγορο του διαβόλου” -είναι εξάλλου, πολύ προσωπική η ερώτηση: Γιατί θα έπρεπε να ασχολείται κανείς με τα βιβλία, γιατί να τα αγαπήσει κανείς, γιατί να διαβάζει αντί εκείνη την ώρα να ζει (και να θυμίσω εδώ το στίχο του Σεφέρη “προτιμώ μια στάλα αίμα από μια στάλα μελάνι”; Εσείς είστε και οι 3 άνθρωποι που το αγαπάτε το βιβλίο, το έχετε στηρίξει. Είναι μέρος της ζωής σας, κομμάτι της ζωής σας. Σε ένα νέο άνθρωπο που έχει άλλα ερεθίσματα -και αναζητεί τα κλειδιά της ζωής, τί θα του λέγατε;
Τ.Π.: Εγώ νομίζω, ότι ένας λόγος, μία προϋπόθεση, υπάρχει. Αν τ’ αγαπάς. Αν δεν τ’ αγαπάς, δεν μπορείς να ασχοληθείς ούτε να γράψεις ούτε να το εκδόσεις ούτε να το πουλήσεις. Νιώθω πολύ καλά όταν ασχολούμαι διαβάζοντας ένα βιβλίο ή γράφοντας ένα κείμενο. Θα έλεγα λοιπόν ότι το βιβλίο είναι μια απόλαυση που δε μπορούμε να τη βρούμε αλλού.
Λ.Κ.: Από τα βιβλία που διάβασα τα έχω ξεχάσει σχεδόν όλα. Δεν έχω χάσει το χρόνο μου όμως! Ό,τι έχει μείνει είναι γνώση. Πιστεύω ότι έχω κερδίσει χρόνο κάνοντας αυτό το πράγμα, διαβάζοντας δηλαδή βιβλία. Αυτή είναι η δική μου αναζήτηση του χαμένου χρόνου. Δεν αισθάνομαι ότι έχασα το χρόνο μου.
Α.Α: Ο χρόνος που έχουμε σαν άνθρωποι μπροστά μας είναι πράγματι πολύ περιορισμένος, πολύ λίγος. Κι ο κόσμος που ζούμε με όποια μορφή και να τον δούμε, σαν ύλη, σαν πνεύμα, σαν διασκέδαση, είναι ατελείωτος. Ένας τρόπος ασφαλής, που έχουμε να τον γνωρίσουμε και να τον ευχαριστηθούμε, είναι να διαβάσουμε και να περάσουμε έτσι καλά!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου